Τρίτη 27 Απριλίου 2021

Μεγάλη εβδομάδα στο Άγιο Όρος - Μονή Γρηγορίου 1977

Σεβασμιώτατου Μητροπολίτου Προικοννήσου κ. κ. Ιωσήφ

Μονή Γρηγορίου, Σάββατο του Λαζά­ρου 1977, απόγευμα.

Πάστρα στο Μο­ναστήρι. Σκούπες, φασίνες, νερά, χέρια γρήγορα, προσεχτικά, ορεξάτα. Καθολι­κό, αυλές, τράπεζα, αρχονταρίκι, συνο­δικό, όλα λάμπουν. Και μυρτιές άφθο­νες.-Ευλογείτε!…-Ό Κύριος!…Καλή αγρυπνία!…Από απόψε καί όλες τίς μέρες, μέχρι την «κλητή καί αγία ήμερα, τή μία τώνΣαββάτων», κάθε βράδυ αγρυπνία! Ή Εβδο­μάδα είναι μεγάλη από κάθε έποψη…Υπάρχει καί Δεσπότης στο Μονα­στήρι. Ό Πισιδίας Ιεζεκιήλ, ό από Αυστραλίας, άνθρωπος της προσευχής καί της αγάπης, καλογηρικός, ταπεινός, άξιόθεος. Συναγωνισμός ανάμεσα στα παλαιότερα γεροντάκια, ποιος να κρα­τήσει την ώα του μανδύα του. Υποχω­ρούν όλοι στον αγιασμένο γερο-Ήσύχιο.Σ’ όλη την αγρυπνία ό ηλικιωμένος Επί­σκοπος στέκεται όρθιος στο Δεσποτικό, ήσυχος, πράος καί βλογημένος, Πανη­γυρική κωδωνοκρουσία σε τρεις στά­σεις. «Δόξα τη αγία καί Όμοουσίφ καί Ζωοποιώ καί Άδιαιρέτω Τριάδι…». Αρχί­ζει ή Αγρυπνία. Αρχίζει ή μεγάλη πορεία της Μεγάλης Εβδομάδος. Ευφρόσυνα, χαρούμενα, πανηγυρικά. Αρχίζει καί ή εναγώνια ευθύνη καί αναμφισβήτητη εξουσία του Τυπικάρη, στον οποίο υπο­χρεούνται να υποτάσσονται, κάνοντας αδιάκριτη υπακοή, όλοι, από τους ψάλ­τες, κανονάρχους, διάκους, παπάδες, ηγούμενο, μέχρι και τον Αρχιερέα. Ό Τι­μόθεος θα τα καταφέρει περίφημα μέχρι τέλους. Είναι δήλιος κολυμβητής στις θάλασσες του μοναστηριακού τυπικού… Στό δεξιό χορό ό καλλικέλαδος παπα-Παντελεήμων ό Κάρτσωνας, το άηδονάκι της Αγίας «Αννας. Στήν ενάτη έδωσε τον καλλίτερο εαυτό του. Ακούγοντας το «Θεός, Κύριος καί έπέφανεν ήμίν. Συστήσασθε έορτήν καί άγαλλόμενοι δεύτε μεγαλύνωμεν Χριστόν 

μετά βαΐων καί κλάδων…» δεν ξέρεις αν είσαι στη γη ή έχεις αρπαγή με τον Παύλο στον τρί­το ουρανό. Ευλογούνται τα βάγια καί μοιράζονται στους πατέρες. Όλοι θα τα κρατούν στο χέρι μέχρι τέλους της λει­τουργίας. Τα «νικητικά κατά των παθών σύμβολα», κατά τον μεγάλο Αγιορείτη Νικόδημο… Οί Εκκλησιαστικοί, μεγαλο­πρεπείς μέσα στους μαύρους μανδύες τους σκορπίζουν βάγια σ’ όλο το ναό, στη λιτή, στον έξωνάρθηκα. «Εξέλθετε έθνη, εξέλθετε καί λαοί..». Ευωδιά δάφ­νης ελληνοπρεπούς στα πόδια του Εισερχομένου στην Αγία Πόλι επί πώ­λου όνου Βασιλέως των όλων… Γίνεται καί χειροτονία Διακόνου. Το καλογέρι των Καρτσωναίων, ό Χρυσόστομος. Στήν τράπεζα συνεχίζεται ή μυσταγω­γία. Καμπάνες, διβάμβουλα, κατζία, με τον ποτάμιο μανδύα του ό Άρχιερεύς, τον πορφυρούν καί περίχρυσον, με ανά­γνωση πατερική (ή ανάγνωση είναι ή με­γαλύτερη αυθεντία εν Άγίω Όρει: «Το είπε ή άνάγνωσις!…» έλεγαν οι παλαιοί, (πού θα πει:Roma locuta,causa finita), με Ύψωση της Παναγίας, με προσφώνη­ση του Ηγουμένου καί ομιλία του Δε­σπότη, Στό τέλος ό Γέροντας του νεοχειροτόνητου μοιράζει σ’ όλους από ένα ρινόμακτρο αντί μπομπονιέρας. Παλαιό αγιορείτικο έθιμο, για νάχουν να σκουπί­ζουν οί πατέρες τα καρδιοστάλακτα δά­κρυα της κατανύξεως και τα γλυκερά καί παραμυθητικά του χαροποιού πένθους… Εν όψει των ήμερων του Πάθους ξεχω­ριστά χρήσιμο…Ή Ακολουθία του Νυμφίου σεμνή, αργόσυρτη, προσεγμένη, χωρίς μελο­δραματικές εξάρσεις, χωρίς δυτικόφερτα μαύρα καί μενεξελιά χρώματα σε άμφια καί καλύμματα. Το κατά Θεόν πέν­θος, το χαροποιό, είναι διαφορετικό από το κοσμικό. Ούτε από κρέπια εξαρτάται, οϋτε από πλερέζες, οϋτε από χρώματα. Είναι υπόθεση καρδιάς, εσωτερική, μυ­στική. «Αλλωστε οί Μοναχοί μια φορά τα φόρεσαν τα μαύρα και δια βίου.
Πρωινή ακολουθία της Μεγάλης Δευτέρας.Ώρες καί ατέλειωτα ευαγγε­λικά αναγνώσματα. Το βράδυ πανηγυρι­κός εσπερινός, άνοιξαντάρια, λιτή, αρτοκλασία, ολονύκτια αγρυπνία! Κά­που μπερδεύομαι. ΤηΜεγάλη Τρίτη πέ­φτει ή γιορτή του Ευαγγελισμού! Τάχει αυτά το αδιόρθωτο Ιουλιανό ημερολό­γιο.Φέτος (2007) τα πράγματα θάν’ακόμα πιο μπερδεμένα.Ό Ευαγγελι­σμός πέφτει το Μέγα Σάββατο. Στό «Αγιον Όρος δεν ισχύει ή ξεκάθαρη πρό­βλεψη του Τυπικού (περίπτωση ΚΓ’, § 69) πού διακελεύεται πώς αν συμπέσει ή εορτή τη Μ. Παρασκευή ή Μ. Σάββατο μετατίθεται για το Πάσχα, αλλά γιορτά­ζεται… ανήμερα! Κουβάρι σωστό, όλο-μπέρδευτο, καί ώδε εστίν ή σοφία των τυπικάρηδων να το ξεμπερδέψουν, χω­ρίς ούτε το πενθηρόν της εις «Αδου Κα­θόδου να λυμανθή, αλλά οϋτε καί το χαρμόσυνο καί πανηγυρικό του κεφα­λαίου της σωτηρίας ημών να περιορισθή. Χαίρομαι κατάβαθα πού με το διορ­θωμένο ημερολόγιο δεν μας προκύ­πτουν τέτοιες συμπτώσεις.Καθημερινά οι περισσότερες ώρες περνούν μέσα στο ναό. Οι ακολουθίες είναι σχοινοτενείς, τα αλλεπάλληλα ευαγγελικά αναγνώσματα ατέλειωτα.Το σώμα κουρασμένο καί από την άλαδία καί μονοφαγία,καταπονείται,αλλά έρχεται ή παράκληση του Παρακλήτου καί ή γλυκύτατη κατάνυξη. Βιώνεται έντονα το «Πάσαν την βιοτικήν άποθώμεθα μέρίμναν, ως τον Βασιλέατων όλων ύποδεξόμενοι…». Τη Μεγάλη Πέμπτη ή Ακολουθία των Άχραντων Παθών έχει κάτι το μοναδι­κό. Τα λυρικότατα αντίφωνα ψάλλονται αργά, σεμνά, από νηστεμένα στόματα, καί ή ψυχή τα ρουφά σαν σφουγγάρι. Γλυκά δάκρυα έρχονται σ’ όλους. Κά­ποτε ένας Εβραίος έμπορος Θεσσαλο­νικιός πού εξυπηρετούσε το Μοναστή­ρι, βρέθηκε τέτοιες μέρες εδώ. Ακού­γοντας τους ύμνους πού στηλίτευαν τα κατά του Χριστού ανδραγαθήματα των παλαιών εκείνων Εβραίων έπεσε κάτω ξερός, λιπόθυμος. Όταν τον συνέφε­ραν είδαν κι έπαθαν να του δώσουν να καταλάβη ότι οί ύμνοι δεν γράφτηκαν γι’ αυτόν προσωπικά. 


Παλαιότερα στο Όρος δεν λιτανευόταν μετά το πέμπτο ευαγγέλιο της Ακολουθίας των Άχρα­ντων Παθών ό Εσταυρωμένος. Απλού­στατα ό εκκλησιαστικός έφερνε κι έβα­ζε στο προσκυνητάρι την ιερά εικόνα της Σταυρώσεως. Όπως καί δεν γινό­ταν, βέβαια, ή λεγομένη Άποκαθήλωσις (οϋτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο γί­νεται μέχρι σήμερα). Τώρα, άλλοι παπάδες ήρθανε κι άλλα χαρτιά βα­στούσανε…Ή Μεγάλη Παρασκευή δεν έχει τί­ποτε από το δραματικό στοιχείο καί τις φιοριτούρες πού παρεισέφρυσαν τα τε­λευταία χρόνια οτήν πραξη των ενοριών. Όλα λιτά, δωρικά, μοναχοπρεπή. Ένα απλό τραπέζι στο κέντρο του ναού, χω­ρίς κουβούκλιο, με τον υφασμάτινο επι­τάφιο (αέρα) καί το ιερό Ευαγγέλιο, την «δια χάρτου καί μέλανος» εικόνα του Χριστού καί λίγα άνθη, πού τα μαζέψαμε το πρωί από τη γειτονική ρεματιά, μο­ναχοί μαζί καί προσκυνητές, είναι όλος κι όλος ό Επιτάφιος. Στό νου έρχεται ό ανεπανάληπτος, αριστουργηματικός στην απλότητα του βυζαντινός Επιτά­φιος του Καντακουζηνού (1354) της Μονής Βατοπεδίου… Ή ακολουθία είναι μακρύτερη. Κανένας δε βιάζεται. Ύπνεΐ ή ζωή. Ό Βασιλεύς κεκοίμηται. Κάθε σκίρτημα γήινο, λοιπόν, καταστέλλεται. Μόνο ή καρδιά, γεμάτη χαρμολύπη, αγρυπνεί με αδιάλειπτη προσευχή, κα­θώς ό θείος Έρωτας της καθεύδει. Όταν οί δύο χοροί μαζί με κορυφαίους τον Δαμασκηνό, τον Ύπάτιο καί τον παπα-Μελέτιο ψάλλουν το «Σέ τον αναβαλλόμενον το φως ώσπερίμάτιον», κι οί πέτρες ραγίζουν. Οί πατέρες δυσκο­λεύονται να κρύψουν τα συναισθήματα τους. Ή περιφορά του Επιταφίου γίνεται γύρω από το Καθολικό, με κηροδοσία, ψαλλομένου του «Τον ήλίον κρύψαντα τάς ιδίας ακτίνας…» Φέρεται πάνω στα άσκεπη κεφάλια τεσσάρων σεπτών ιερομόναχων με επικεφαλής τον ηγού­μενο, ό όποιος καί κρατά πάνω στο στήθος του με το δεξί του χέρι το ιερό Ευαγγέλιο. Κατά την επάνοδο στο ναό ό γερο-Δαμιανός ό οικονόμος, κατανενυγμένος σαν παιδί, αυτός ό ζόρικος, ό φωνακλάς Αρβανίτης, με δάκρυα στα μάτια, ραντίζει με ροδόσταμο τους πά­ντες, ευχόμενος «Καλή Ανάσταση»,Το Μέγα Σάββατο ή Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, με όλα τα Παλαιοδιαθηκικά αναγνώσματα, το «Ανάστα ό Θεός» από τον σεβάσμιο Ηγούμενο Γε­ώργιο πού μας ραίνει με δάφνες, χαρμό­συνη κωδωνοκρουσία, ατμόσφαιρα χα­ρούμενη. ‘Αλάδωτη τράπεζα κι ύστερα διαβάζονται εν τοις κελλίοις οι Πράξεις.


περιοδικό Πειραική Εκκλησία, Απρίλιος 2007