Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Φώτιος ο Μέγας - Επιστολή προς Βούλγαρον Ηγεμόνα - ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση καὶ σημειώσεις: Παν. Κ. Χρήστου.
Περιοδικό Ἐποπτεία, Φεβρουάριος 1992, Ἀθήνα.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΣΕ ΜΙΑ ΑΚΡΩΣ ΑΝΗΣΥΧΗ εποχή στην ιστορία του Βυζαντίου, κατά την οποία η πληθωρικότης της πολιτείας και της κοινωνίας αναζητούσε διέξοδο προς όλες τις κατευθύνσεις, η προσωπικότης του Φωτίου εδέσποσε με την σοφία, την μετριοπάθεια και το μεγαλείο της. Τέκνο επίσημης οικογενείας, συγγενής αυτοκρατόρων και μικρανεψιός του πατριάρχη Ταρασίου, ακολούθησε σπουδές που του εξασφάλισαν τα μορφωτικά εφόδια για μια πολυμερή δραστηριότητα επί πενήντα ολόκληρα χρόνια.


Ερευνώντας τον βίο του είναι σαν να παρατηρούμε ένα ανοικτό παράθυρο στον χώρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας• βλέπομε απ' αυτό τους επικούς αγώνες του κράτους για την διατήρησι της ασφαλείας και την κατοχύρωσι των πολιτιστικών αγαθών της κοινωνίας, την δύσκολη προσπάθεια της Εκκλησίας για την συντήρησι της ανεξαρτησίας της, την μεγαλειώδη εξόρμησί της για τον φωτισμό των βαρβάρων του βορρά, τον επίμονο μόχθο των λογίων για την ανάπτυξι των πνευματικών αγαθών, τον καθημερινό βίο των ανθρώπων του Βυζαντίου, με τις αρετές, αλλά και με τις μικρότητές των• και κυρίως εξοικειωνόμαστε μ' ένα σπάνιο άνθρωπο, που υπήρξε ο τυπικώτερος εκπρόσωπος του Βυζαντίου την εποχή της μεγάλης του δόξας, διότι συγκέντρωνε στο πρόσωπό του τα στοιχεία εκείνα που αποτελούν τα θεμέλια του βυζαντινού πολιτισμού, την ελληνική παιδεία και την Χριστιανική ορθοδοξία, αλλά και προωθούσε την προβολή του βυζαντινού μεγαλείου στον κόσμο.

Το Βυζάντιο, εδώ και διακόσια χρόνια, ευρισκόταν σε κατάστασι συμπτύξεως, που ωφειλόταν σε τρεις λόγους. Πρώτα στις αδιάκοπες εκθέσεις βαρβάρων λαών, ιδίως από τον νότο και τον βορρά, που αποτελούσαν αιτίες συνεχούς αιμορραγίας. Δεύτερο, στη μόνιμη αποφυγή του Βυζαντίου να κατακτήση ξένα εδάφη, προερχόμενη από την επιθυμία του να μην είναι μόνο διατηρητής της πατρογονικής πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς, αλλά και ειρηνικός μεταδότης προς τα έξω• και κυρίως από την επιθυμία του να τηρή την χριστιανική εντολή περί της ειρήνης. Και τρίτο, στην εκατονταετή εσωτερική έριδα Εκκλησίας και πολιτείας γύρω από το θέμα των εικόνων.

Την κατάστασι αυτή εκμεταλλεύθηκαν, όπως είναι εύλογο, οι ξένοι λαοί, κυρίως οι βαρβαρικοί. Οι Άραβες σ' ένα αιφνιδιαστικό ξύπνημα, έπειτα από μακροχρόνιο περιορισμό τους στα περιθώρια της ιστορίας, κατώρθωσαν να εξορμήσουν αποτελεσματικά και να στερήσουν το Βυζάντιο από μερικές πλουσιώτατες επαρχίες του, όπως είναι η Αίγυπτος, η Συρία, η Παλαστίνη, η Μεσοποταμία. Οι Σλάβοι, που είχαν ξεκινήσει λίγο ενωρίτερα, έπειτα από μακρά και αδιάκοπη διείσδυσι επέτυχαν να εγκατασταθούν σε πολλές επαρχίες της Β. Θράκης και της Ιλλυρίας, αλλά και να προχωρήσουν νοτιώτερα.


Η χριστιανωσύνη ευρέθηκε επίσης κι' αυτή κάτω από συνεχή πίεσι κατά την ίδια εποχή. Ενώ από τον καιρό της καταπαύσεως των διωγμών έως την εμφάνιση των παραπάνω μνημονευομένων λαών, είχε επιτύχει να επεκτείνη την επιρροή της από τον δακτύλιο της Μεσογείου, τον οποίο ήλεγχε από την αρχή, έως το κέντρο της Αφρικής και ε δώρας και του πρωθυπουργού της Θεοκτίστου πρώτα, του αυτοκράτορος Μιχαήλ Γ' και του πρωθυπουργού του Βάρδα έπειτα, και με την καθοδηγητική συνεργασία του Φωτίου και στις δύο περιπτώσεις, ο βυζαντινός ελληνισμός, αφού εισήλθε στο στάδιο μιάς πνευματικής ανθίσεως, ανασυντάσσεται εσωτερικώς και αναδιοργανώνεται στρατιωτικώς. Θα μπορούσαμε να ειπούμε ότι η κύρια δύναμις που εκινούσε όλη αυτή την ανοδική πορεία ήταν ακριβώς αυτή η πνευματική αναγέννησις, που συνδυάσθηκε με την επαναλειτουργία ίου Κωνσ φορετική από τις άλλες βαρβαρικές επιθέσεις• διότι καταλαμβάνοντας την μέση Ανατολή και τη βόρειο Αφρική άλλαξε τα σύνορα της οικουμένης.(1) Κι επί πλέον κατέστρεψε όλες σχεδόν τις δομές της χριστιανικής Εκκλησίας, όπου διά πυρός και σιδήρου έστησε την εξουσία του. Ο ισλαμισμός, μαζί με τον μαρξισμό κατά τα νεώτερα χρόνια, υπήρξαν οι δυό μοιραίες για τον Χριστιανισμό, ιδίως τον ορθόδοξο, θρησκείες• ο δεύτερος προσωρινά, όπως αποδείχθηκε, ο πρώτος μόνιμα.

Ένα από τα μνημειακά κείμενα του Φωτίου "οι παραινέσεις προς Άρχοντα" που απευθύνθηκαν προς τον Χαγάνο των Βουλγάρων Βόριδα, με την ευκαιρία της βαπτίσεώς του το 864 μ.Χ., οπότε επήρε τον τίτλο του Βασιλέως και ονομάσθηκε Μιχαήλ, κατά το όνομα του βυζαντινού αυτοκράτορας της εποχής και του ανέπτυσσαν τα καθήκοντα του βασιλέως απέναντι στον Θεό και την Εκκλησία του, απέναντι στον λαό του και απέναντι στον εαυτό του• περιγράφει δηλαδή το ιδεώδες πρότυπο του χριστιανού ηγεμόνος. Αργότερα ο Φώτιος επρόκειτο να γράψη ένα παρόμοιο κείμενο, που με τον τίτλο Παραινέσεις απευθυνόταν προς τον διάδοχο του βυζαντινού θρόνου Λέοντα και εκδόθηκε με το όνομα του αυτοκράτορος Βασιλείου Α'.

Το παραινετικό δοκίμιο προς τον Βόριδα συνδέεται με τις μεγαλύτερες στιγμές της βυζαντινής αυτοκρατορίας και αυτού του ίδιου του Φωτίου. Ο Φώτιος, που έπειτα από μια λαμπρή, νεανική θα ελέγαμε, πολιτική και καθηγητική σταδιοδρομία, ανέλαβε υπό ασφυκτική πίεσι τον πατριαρχικό θρόνο, τα Χριστούγεννα του 858, αντιλήφθηκε εγκαίρως τον ρόλο που έπρεπε και μπορούσαν να παίξουν τα σλαβικά έθνη στα πράγματα της οικουμένης. Και έβλεπε ότι αυτά τα έθνη, έχοντας έλθει σε επαφή με τους Έλληνες από πολύν καιρό, ήσαν πλέον ώριμα να κερδηθούν και να εισέλθουν στην χορία των χριστιανικών λαών και συγχρόνως στον κύκλο της πολιτισμένης ανθρωπότητος.

Για την ασφαλή θεμελίωσι κάθε προσπάθειας προς αυτήν την κατεύθυνσι έπρεπε να προηγηθή μια προσεκτική μελέτη των θεσμών των σλαβικών λαών, λογοτεχνική διαμόρφωσις της σλαβικής γλώσσας και μετάφρασις των απαραιτήτων βιβλίων σ' αυτήν. Στον Βίο του Μεθοδίου(2) αναφέρεται ότι ο αυτοκράτωρ παρέδωσε στον Μεθόδιο την διοίκησι μιάς Σκλαβηνίας «για να εκμάθη τα σλαβικά ήθη και να εθισθή σ' αυτά βαθμιαίως». Εχρειαζόταν όμως κάτι περισσότερο, και αυτό προσφέρθηκε με την οργάνωσι ενός ειδικού κέντρου σλαβικών μελετών, όπως θα ελέγαμε σήμερα, όπου εκπαιδεύονταν εκπολιτισταί και ιεραπόστολοι.(3) Το κέντρο αυτό ήδρευε στο ναό των Αγίων Αποστόλων και προιστάμενός του ωρίσθηκε ο Κωνσταντίνος ο Φιλόσοφος, που επρόκειτο αργότερα να μετονομασθή σε Κύριλλο, ένας πολύγλωσσος και δραστήριος λόγιος, που από τότε ανελάμβανε την διεύθυνσι του έργου της ιεραποστολής.

Ένα από τα όπλα αυτής της ιεραποστολής, που ήταν συγχρόνως θρησκευτική και πολιτιστική, ήταν η χρήσις των εντοπίων γλωσσών στην λατρεία και την παιδεία. Είναι αλήθεια ότι έτσι οι Σλαβικοί λαοί διατηρούσαν μεν την εθνική και γλωσσική τους αυτοτέλεια, αλλά εστερούνταν της ευκαιρίας να γίνουν άμεσοι μέτοχοι της κλασσικής ελληνικής παιδείας, πράγμα που τους εστοίχισε πολλούς αιώνες αγνοίας. Αλλ' αυτή η στέρησις, που διαπιστώθηκε εκ των υστέρων, δεν ήταν φυσικά στα σχέδια του Φωτίου• απετέλεσε μια παρενέργεια της γλωσσικής αυτονομίας.

Στη Δύσι αντιθέτως δεν αναγνωριζόταν από τη Ρώμη δικαιώματα στις εντόπιες γλώσσες, κι αυτό έγινε αδιαμαρτυρήτως δεκτό από τους ηγεμόνες των λαών. Μόνο τρεις γλώσσες ήταν δεκτές στην Εκκλησία, εβραική, ελληνική, λατινική, κι από αυτές μόνο οι δύο τελευταίες ήσαν εν ενεργεία. Γι' αυτό ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος ονόμασαν τους δυτικούς κατηγόρους των για το θέμα της χρήσεως της σλαβικής γλώσσας στην Εκκλησία τριγλωσσίτες και Πιλατικούς, διότι εδέχονταν μόνο τις τρεις παραπάνω γλώσσες που είχε χρησιμοποιήσει ο Πιλάτος στην επιγραφή του Σταυρού. Και τους επέκριναν αυτούς τους τριγλωσσίτες ως αιρετικούς.(4)

Στη Δύσι το ιδεώδες της απόλυτης συγκεντρώσεως και ενότητος, κληρονομημένο από την αρχαία Ρώμη, απαιτούσε να οργανώνονται στις εκχριστιανιζόμενες περιοχές μονάδες της μίας και αδιάσπαστης Εκκλησίας, με γλώσσα τη λατινική και κατά την υπ' όψι περίοδο, υπό την εξουσία του γερμανικού Κράτους. Στην βυζαντινή Ανατολή το ιδεώδες της ομόσπονδης συνδέσεως, κληρονομημένο από την ελληνική και τη χριστιανική αρχαιότητα, συντελούσε ώστε στις εκχριστιανιζόμενες περιοχές να οργανώνονται αυτοκέφαλες Εκκλησίες με όργανο την επιτόπια γλώσσα και υπό την πολιτική εξουσία των επιτόπιων ανεξαρτήτων κρατών.

Πράγματι, το Βυζάντιο ήταν μια κοινοπολιτεία, αποτελούμενη από δύο ομόκεντρους κύκλους• το καθ' αυτό Βυζαντινό κράτος, που μαζί με τον ελληνικό λαό εστέγαζε και πλήθος άλλων εθνοτήτων, και τα δορυφόρα κράτη που ευρίσκονταν στα ακραία σημεία και ήταν συνδεδεμένα μαζί του. Κατά καιρούς αποτελέσθηκαν τέτοια κράτη από τους Ναβαταίους, τους Αρμενίους και τους Γεωργιανούς• από τους Οστρογότθους, τους Βησιγότθους και τους Λογγοβάρδους• από τους Βουλγάρους, τους Σέρβους και τους Ρώσους.

Πολύ συχνά παρετηρείτο τέτοια μεταβολή στον χώρο του, ώστε θα περίμενε κανείς κάποια ριζική ανατροπή των πραγμάτων. Τμήματα της αυτοκρατορίας αποσπώνταν, για να σχηματίσουν δορυφόρες ηγεμονίες και αργότερα επανέρχονταν στα σύνορά της. Και οι Έλληνες, που αποτελούσαν τον ηγεμονικό νού της αυτοκρατορίας, συνέβαινε κατά καιρούς να περιέρχονται στην κυριαρχία δορυφόρων κρατών. Αλλά παρέμεναν πάντοτε η ψυχή του Βυζαντίου. Έστω και αν δεν ωνομάζονταν τώρα Έλληνες, αφού το όνομα αυτό είχε πάρει από καιρό θρησκευτική σημασία κι εδήλωνε τους τόσο απεχθείς για τους Χριστιανούς ειδωλολάτρες• έστω και αν ονομάζονταν τώρα ως πολίτες μεν του κράτους Ρωμαίοι, ως έθνος δε Γραικοί.

Η πολιτική του Φωτίου αγκάλιασε όλους τους Σλαβικούς λαούς• και πρώτους τους Ρώσους. Τον Ιούνιο του 860 ρωσικά στίφη ενήργησαν μια απίθανης αγριότητας εισβολή στην Κωνσταντινούπολη, με μονόξυλα. Ο Φώτιος σε σχετική ομιλία του την χαρακτηρίζει παράλογη και απάνθρωπη. Ευτυχώς αποκρούσθηκε τόσο ανέλπιστα όσο απροσδόκητα είχε εκδηλωθεί.

Οι Ρώσοι ήσαν ένα σλαβικό έθνος, υποταγμένο τότε σε μια μικρή πολεμοχαρή σκανδιναβική φυλή, τους Βαράγγους, που είχαν κατέβει από τη λίμνη Λάδογα. Αν και οι Σλάβοι αυτοί ήσαν υπόδουλοι στους Βαράγγους, η γλώσσα τους επικράτησε και τελικά οι Βάραγγοι, που ονομάζονταν επίσης Ρως, αφωμοιώθηκαν με αυτούς, αλλά τους έδωσαν το όνομά τους• Ρως, Ρώσοι.

Κατείχαν τότε τον χώρο ανάμεσα στους μεγάλους ποταμούς Δνείπερο και Δον. Κατά την επίθεσί τους στην πρωτεύουσα της ελληνικής αυτοκρατορίας, την πολυθρύλητη γι' αυτούς Τσάργραδ, είδαν όλη την λάμψι της και κατά την απόκρουσί τους έλαβαν πείρα όλης της δυνάμεώς της.

Αντιλήφθηκαν ότι ήταν προτιμότερο να έχουν τη φιλία παρά την έχθρα των Ελλήνων. Και το Βυζάντιο τους διευκόλυνε σ' αυτό. Θα ήταν βέβαια γι' αυτό πολύ χρήσιμο να σταλή μια αντιπροσωπία ικανή να θέση τις βάσεις για την εκχριστιάνισι των Σλάβων του Βορρά. Έπρεπε όμως να ενεργήση προσεκτικά και ανιχνευτικά, διότι ήταν η πρώτη φορά που θα ερχόταν σ' επαφή με αυτόν τον λαό. Γι' αυτό συνδύασε το εγχείρημα τούτο με την αποστολή προς τους Χαζάρους, που ευρίσκονταν ανατολικά των Ρώσων και θα μπορούσαν να δράσουν ανταγωνιστικώς προς εκείνους. Οι Χάζαροι άλλωστε την είχαν προκαλέσει.

Ο αυτοκράτωρ, Μιχαήλ και ο Φώτιος λοιπόν αποφάσισαν να συγκροτήσουν αποστολή με σκοπό να έλθουν σε ενημερωτική επαφή με αυτούς τους λαούς. Δεν θα μπορούσαν να εύρουν καταλληλότερα πρόσωπα γι' αυτήν την αποστολή από τους δύο Θεσσαλονικείς αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο. Αν και η αποστολή στη Νότια Ρωσία ήταν απλώς προπαρασκευαστική, είχε αξιόλογα αποτελέσματα. Βέβαια οι αντιπρόσωποι δεν προχώρησαν σε βάθος προς την καθ' αυτό χώρα των Ρώσων, αλλά ήλθαν σε επαφή με αυτούς στην Κριμαία και βορειότερα. Η κατοπινή εξέλιξι των πραγμάτων φανερώνει ότι από τότε οι Ρώσοι επέτρεπαν ελεύθερα την είσοδο των ιεραποστόλων στη χώρα τους κι εδέχθηκαν επίσκοπο. Έτσι ετέθηκαν οι βάσεις για την κατά τον επόμενο αιώνα ολοκληρωτική εχριστιάνισι της χώρας των, που επίσημα τοποθετείται στο 988.

Την ίδια εποχή ανάμεσα στους δυτικούς Σλάβους εργάζονταν Ιταλοί, Έλληνες και Γερμανοί ιεραπόστολοι.(5) Οι Γερμανοί που ήσαν τότε πολύ ισχυροί προωθούσαν την επιρροή τους προς τα ανατολικά και εισήγαγαν την λατινική γλώσσα στη λατρεία. Η επιβολή όμως μιάς ξένης και νεκρής γλώσσας στη λατρεία και η ακολουθούσα ξένη επιρροή στο δημόσιο βίο ανησύχησε τον βασιλέα της Μοραβίας Ρατισλάβο, ο οποίος το 862 εζήτησε με πρεσβεία από το Βυζάντιο προστασία και πνευματική βοήθεια. Και το Βυζάντιο απέστειλε ομάδα διαφωτιστών και ιεραποστόλων υπό την ηγεσία των αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου, οι οποίοι για το έργο που επετέλεσαν εκεί ωνομάσθηκαν από τον σημερινό πάπα της Ρώμης «άγιοι της Ευρώπης». Το έργο τους ανάμεσα στους Μοραβούς, αλλά και στους άλλους σλαβικούς λαούς, τους Σλοβένους, τους Κροάτες, τους Σέρβους, τους Πολωνούς, άλλαξε έστω και προσωρινά την όψι της Κεντρικής Ευρώπης. Εκεί για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε στην χριστιανική λατρεία η σλαβονική γλώσσα, όπως είχε διαμορφωθή στην Κωνσταντινούπολι. Οι μετέπειτα ιστορικές εξελίξεις αλλοίωσαν βέβαια τον χαρακτήρα της μοραβικής και της σλοβενικής Εκκλησίας, αλλά είναι μέγα το κατόρθωμα του Φωτίου, ότι ευρήκε τον τρόπο για να επιτευχθή η πλήρης εκχριστιάνισις των Σλαβικών λαών της Κεντρικής Ευρώπης.

Η άνοδος στον βουλγαρικό θρόνο του Βόριδος, κατά τα μέσα του ενάτου αιώνος, εσήμανε την προβολή της Χώρας αυτής στην παγκόσμια ιστορία. Ο Βόρις είχε από την αρχή συνείδησι της ανερχόμενης δυνάμεως του έθνους και των προσωπικών του ικανοτήτων• γι' αυτό και έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός της αναρρήσεώς του, αναγγέλοντάς την με πρεσβεία στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ' και στον βασιλέα των Φράγκων Λουδοβίκο τον Γερμανικό. Αυτήν την ενέργεια, που εμαρτυρούσε την επιθυμία του βουλγάρου ηγεμόνα να εισέλθη στην ομάδα των πολιτισμένων αρχόντων, ακολούθησε η άδεια ελεύθερης ασκήσεως ιεραποστολής, στην οποία επιδόθηκαν για δικό τους λογαριασμό Έλληνες, Φράγκοι και Ιταλοί, όπως και στην Μοράβια πρωτύτερα: Πολλοί λόγοι συνετέλεσαν, ώστε η προτίμησις του Βόριδος να στραφή προς τους Βυζαντινούς• οι πρόσφατες επιτυχίες των τελευταίων κατά των Αράβων, η λάμψις της Κωνσταντινουπόλεως, της μεγαλύτερης και πλουσιώτερης τότε πρωτεύουσας στον κόσμο, η ικανότης των απεσταλμένων του Φωτίου, ο θαυμασμός προς την προσωπικότητα αυτού του ίδιου του Φωτίου.

Ο Βόρις έπειτα από κατάλληλη διαφώτιση ήταν έτοιμος να ασπασθή την χριστιανική πίστι. Παρά την αντίθεσι πολλών βογιάρων στην αλλαγή, την επέβαλε οριστικά, ενισχυόμενος στο έργο του και από πλήθος νέων ιεραποστόλων, που διωγμένοι από την Κεντρική Ευρώπη διοχετεύονταν από τον Φώτιο στην Βουλγαρία. Ο Βούλγαρος ηγεμών έστειλε τον δεύτερο υιό του Συμεών στην Κωνσταντινούπολη για να εκπαιδευθή στα γράμματα και την θεολογία, και να ασκηθή στο μοναχικό βίο. Τον προώριζε προφανώς για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Βουλγαρίας, έτσι ώστε πολιτική και εκκλησιαστική εξουσία της χώρας του να ευρίσκεται στα χέρια της ίδιας οικογενείας. Ακολούθως περιεβλήθηκε και ο ίδιος το μοναχικό ένδυμα• κι έτσι αυτός που άρχισε το στάδιό του ως βασιλεύς επέθανε ως ταπεινός μοναχός, ενώ ο υιός του Συμεών που άρχισε το στάδιό του ως μοναχός εγκατέλειψε έπειτα τον θρησκευτικό βίο κι έγινε βασιλεύς, όχι φιλικός προς το Βυζάντιο βέβαια, αν και πάντως μέσα στα πλαίσια της.

Όπως αναφέρθηκε πρωτύτερα, ο Βόρις κατά την βάπτισί του επήρε το όνομα Μιχαήλ και ο Φώτιος του έστειλε υπό τύπον επιστολής αυτό το Παραινετικό δοκίμιο. Τον προσφωνεί με λόγια που δείχνουν όλη την πατρική φροντίδα, «περιφανέστατε και ηγαπημένε υιέ ημών». Και που επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι η πνευματική γέννησις είναι καρπός των ενεργειών του πατριάρχη, «των εμών πνευματικών ωδίνων ευγενές και γνήσιον γέννημα».

Όπως συμβαίνει με όλα τα παραινετικά δοκίμια, και ιδιαίτερα τα κατηχητικά, έτσι κι' αυτό το δοκίμιο, εκτός του προλόγου και του επιλόγου (παραγρ. 1-3 και 132-134 κατά την αρίθμησί μας) απλώνεται σε δυό τμήματα, το θεωρητικό και το πρακτικό, η αλλοιώς το θεολογικό (4-36) και το ηθικό (37-131).

Το θεολογικό μέρος καλύπτεται από την παράθεσι του συμβόλου της πίστεως, την έκθεσι περί των επτά οικουμενικών συνόδων και την προτροπή για την τήρησι του κανόνος της ευσέβειας και ορθοδοξίας. Μέσα από τις λιτές και αδρές γραμμές αυτής της διαπραγματεύσεως εξαίρεται πρώτα το τριαδολογικό δόγμα και διαφαίνεται η πεποίθησις ότι ο Θεός είναι συγχρόνως κάτι σταθερό και δυναμικό. Το σταθερό είναι αυτό που δεν μπορεί να προσεγγισθή και αποτελεί την ουσιώδη όψι της φύσεώς του• το δυναμικό είναι αυτό που προκαλεί τις εκδηλώσεις του Θεού, και αυτό του προσδίδει την τριαδικότητα. Οι τρεις υποστάσεις, όπως επικράτησε να λέγονται από τα μέσα του τετάρτου αιώνος τα άλλως λεγόμενα πρόσωπα, είναι κινήσεις επάνω στον μυστικό Θρόνο της θεότητος. Γι' αυτό η Εκκλησία απέκρουσε σταθερά όλες τις απόπειρες αρνήσεως της τριαδικότητος του Θεού, που απέληγαν είτε στη διαρχία είτε στη μοναρχία.

Η τριαδική αντίληψις, διασώζει τον δυναμισμό της θεότητος, διότι παρουσιάζει τις υποστάσεις σαν ανοίγματα που καθιστούν δυνατή την είσοδό της στην εγκοσμιότητα. Όποιος εκλαμβάνει τον Θεό μονολιθικώς, τον τοποθετεί σε μια κατάστασι στατικότητος και τον στερεί της δυναμικότητος• και είναι επίσης υποχρεωμένος να συγχέη την ενέργεια του συνόλου της θείας φύσεως με τις υποστατικές λειτουργίες, να συγχέη επί παραδείγματι τη δημιουργία που είναι συλλογική κοινή ενέργεια με το εκπορευτικό, που είναι γνώρισμα μόνο του Πατρός. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ορθοδοξίας είναι ότι επιζητεί συμμετοχή στην πλούσια ζωή της Τριάδος, την οποία δοξολογεί ακαταπαύστως.

Έρχεται έπειτα το δόγμα περί των δύο φύσεων του Ιησού Χριστού, του ενανθρωπήσαντος Λόγου του Θεού. Βέβαια η ένωσις Θεού και ανθρώπου στον Χριστό είναι το μέγα και απόρρητο μυστήριο. Η ένωσις των δύο φύσεων είναι τόσο πλήρης και αδιάσπαστη, ώστε, ενώ μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τα υποστατικά από τα οποία συνεστήθηκε ο Χριστός ως «άλλο και άλλο», δεν μπορούμε να χαρακτηρίσωμε τον Χριστό ως «άλλον και άλλον», ως αποτελούμενον δηλαδή από δύο προσωπικότητες• διότι διά της συγκράσεώς των τα δυό υποστατικά έγιναν ένα, με αποτέλεσμα ο μεν Θεός να ενανθρωπήση, ο δε άνθρωπος να ενθεωθή.

Τέλος έρχεται το δόγμα περί της εικόνος, στο οποίο ο Φώτιος δίνει μεγαλύτερη έκτασι, αφού μάλιστα είχε και ο ίδιος εμπλακή στις σχετικές συγκρούσεις κατά την νεότητά του. Φαίνεται οπωσδήποτε κάπως παράξενο το γεγονός ότι, ενώ για την Ορθόδοξη Εκκλησία βασικά δόγματα είναι το τριαδολογικό, το χριστολογικό και το σωτηριολογικό, χαρακτηριστική εορτή της είναι η Κυριακή των εικόνων, που ονομάζεται και Κυριακή της Ορθοδοξίας, στη θέσπισι της οποίας είχε προφανώς λόγο και ο Φώτιος (843). Τούτο συμβαίνει, διότι στη συνείδησι του εκκλησιαστικού πληρώματος το δόγμα περί των εικόνων, που φαίνεται κατά τα άλλα δευτερεύον και παράπλευρο, συνοψίζει τις αποφάσεις όλων των οικουμενικών συνόδων που διετύπωσαν τα παραπάνω δόγματα.

Νεώτεροι ιστορικοί αξιολογούν κατά κανόνα θετικώς την εικονομαχία και αρνητικώς την εικονοφιλία, που την ονομάζουν εικονολατρεία, σαν ένα είδος θρησκευτικού σκοταδισμού. Αν όμως αυτή η έριδα περί των εικόνων εκληφθή ως πολιτιστικό φαινόμενο, τότε η κρίσις πρέπει να αντιστραφή• σκοταδισταί ήσαν οι εικονομάχοι που απέρριπταν την χρήσι των καλών τεχνών στην λατρεία και προοδευτικοί ήσαν οι εικονόφιλοι ως υπερασπισταί των τεχνών. Αν πάλι εξετασθή ως θεολογικό φαινόμενο, τότε συνιστά την συμπλήρωσι της χριστολογικής συζητήσεως του πέμπτου αιώνος και την ολοκληρωσι της αποφάσεως της Συνόδου της Χαλκηδόνος (451) περί των όρων της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού. Πράγματι, σύμφωνα με την χριστιανική διδασκαλία, ο άνθρωπος είναι κτίσμα, όπως και όλα τα άλλα ποιήματα του Θεού, αλλά έχει μέσα του κάποιο στοιχείο που τον καθιστά μοίρα του Θεού• έχει πάρει από την πνοή που εμφύσησε μέσα του ο Θεός την θεία εικόνα. Έπειτα από αιώνες αιώνων, όταν επί τέλους ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ένα πρόσωπο της Τριάδος γίνεται άνθρωπος, η ακριβέστερα ενώνεται με τον άνθρωπο, και τότε αντιστρόφως βλέπομε την εικόνα του ανθρώπου στον Θεό. Έτσι ο άνθρωπος, που ήλθε στην κτίσι μαζί με την εικόνα του Θεού, τελειώνεται στην θεότητα φέροντας σ' αυτήν την εικόνα του ανθρώπου.

Και στις δύο περιπτώσεις η θρησκευτική παράταξις που ευρίσκεται στα πλαίσια της καταξιώσεως του ανθρωπισμού και των προιόντων της ανθρωπίνης επινοήσεως είναι η των εικονοφίλων. Κι επομένως όσοι από τους νεωτέρους περιφρονούν την παρουσία των εικόνων στους χριστιανικούς ναούς, ευρίσκονται έξω από τα πράγματα.

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τις δύο φάσεις της εικονομαχίας, που εκάλυψε εκατόν είκοσι χρόνια από τη ζωή της Εκκλησίας με μία τριακονταετή ανάπαυλα (726-787, 815-843), τις άνοιξαν δύο δυναμικοί εικονομάχοι αυτοκράτορες, Λέων Γ' ο Ίσαυρος και Λέων Ε' ο Αρμένιος, και τις έκλεισαν δύο εικονόφιλες βασίλισσες, η Ειρήνη η Αθηναία και η Θεοδώρα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός τούτο. Πράγματι, οι δικαίως πολεμοχαρείς αυτοκράτορες, που ενδιαφέρονταν για την σωτηρία του κράτους από τους συνεχώς επιτιθεμένους βαρβαρικούς λαούς, διεπίστωναν με απελπισία την απροθυμία των νέων του Βυζαντίου να στρατευθούν κι επίστευαν ότι ο Κύριος λόγος της απροθυμίας ήταν η ειρηνιστική ευλάβεια που είχε σαν μία από τις βασικές εκδηλώσεις την αφοσίωση στους ήρωες της Εκκλησίας και τις εικόνες.

Οι δύο βασίλισσες όμως αντιμετώπιζαν με άλλον τρόπο τα εγκόσμια πράγματα, και γι' αυτό προτιμούσαν να βλέπουν γύρω τους ευλαβείς Χριστιανούς παρά σκληρούς πολεμιστάς.

Αφ' ότου εδικαιώθηκε η χρήσις των εικόνων, στις 11 Μαρτίου του 843, άρχισε η παντοειδής ανάπτυξις των εικαστικών τεχνών στην ορθόδοξη Εκκλησία. Ο ιερός Φώτιος, με την ομιλία που εξεφώνησε κατά τα εγκαίνια του ανακτορικού ναού, το 866, έδωσε λεπτομερειακή περιγραφή περί των εικονογραφικών θεμάτων, τα οποία είχαν διαπλωθή στους τοίχους του ναού με βάσι το εικονογραφικό πρόγραμμα που είχε προφανώς καταστρώσει ο ίδιος.

Το ηθικό τμήμα του δοκιμίου είναι συντεταγμένο κατά το γνωμολογικό είδος σε σύντομες αποφθεγματικές κι' εντυπωσιακές προτάσεις. Επωφελούμενος από την σχετική γραμματεία της κλασικής και χριστιανικής αρχαιότητος, ιδίως από τον Ισοκράτη,(6) ο Φώτιος δίνει μια εικόνα του ηγεμόνος, πλημμυρισμένη από αγάπη και υπευθυνότητα:

- «Κυβέρνα τους υπηκόους, στηριζόμενος όχι στη βία αλλά στην αγάπη των αρχομένων διότι η αγάπη είναι μεγαλύτερο και ασφαλέστερο βάθρο για την εξουσία παρά ο φόβος».
- «Μόνο αν κυβερνά κανείς τον εαυτό του μπορεί να πιστεύη ότι κυβερνά αληθινά και τους υπηκόους».
- «Τις ευεργεσίες που δέχεσαι, να τις θυμάσαι παντοτινά• τις ευεργεσίες που κάμεις, να τις ξεχνάς γρήγορα».

Το δοκίμιο αυτό του Φωτίου, προβάλλοντας από το ένα μέρος την Χριστιανική πίστι και από το άλλο τον ελληνικό λόγο, τα δύο στοιχεία που απετέλεσαν τα θεμέλια της αγωγής αυτού του ιδίου, προσφέρει το πενταστάλαγμα αυτού που μπορεί να ονομασθή ελληνοχριστιανικός πολιτισμός, όπως τον διεμόρφωσαν και τον αντιλήφθηκαν οι Έλληνες στις μεγάλες ώρες του βυζαντινού μεγαλείου και στους πονεμένους αιώνες της αιχμαλωσίας από τους Οθωμανούς.

Το δοκίμιο μεταφράσθηκε από την αρχή στην παλαιοσλαβική γλώσσα κι αργότερα στη βουλγαρική, την ρωσσική και άλλες νεώτερες γλώσσες.

Μπορεί αυτές οι παραινέσεις, να μη εφαρμόσθηκαν σε όλη τους την έκτασι από οποιονδήποτε ηγεμόνα, αλλά σε γενικές γραμμές συνετέλεσαν στην ημέρωσι και την ηθική αφύπνιση των λαών για τους οποίους προωορίζονταν.




Σημειώσεις

1. Π. Δρακόπουλος, Μεσαίωνας ἑλληνικὸς καὶ δυτικός, Ἀθῆναι 1987, σ. 76.

2. Βίος Μεθοδίου 2.

3. Φωτίου, Ἐπιστολή, PG 102, 904-906.

4. Βίος Κωνσταντίνου Φιλοσόφου, 16.

5. Βίος Μεθοδίου, 5. Οἱ τρεῖς λαοὶ στὸ σλαβικὸ τοῦτο κείμενο ὀνομάζονται Βλάχοι, Γραικοί, Νεμιτσί.

6. Ἀπὸ τὴν συλλογὴ τῶν Ἰσοκρατείων ἔργων παρατηροῦνται ἀπηχήσεις τῶν δοκιμίων πρὸς Δημόνικον καὶ πρὸς Νικοκλῆν κυρίως.

πηγή