Της ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ ΣΟΥΡΕΛΗ
Στις 27 Αυγούστου 1922 οι Τούρκοι έμπαιναν στην Σμύρνη. Την προηγούμενη μέρα είχε φύγει με Αγγλικό πλοίο ο Ύπατος Αρμοστής.
Στις
31 Αυγούστου 1922 άρχισε ο εμπρησμός της πόλης, που εκδηλώθηκε πρώτα
στην αρμένικη συνοικία. Την επομένη μέρα η Σμύρνη ως κέντρο του
Μικρασιατικού Ελληνισμού δεν υπήρχε πια.
Από
τότες που θυμάμαι, τέτοιες μέρες η γιαγιά ήταν αλαφιασμένη. Ούτε
χαδολογήματα πολλά στο σμάρι τα παιδιά, τα εγγόνια της, ούτε παραμύθι.
Μπορώ να πω πως το΄χαμε συνηθίσει, ήταν κι αυτό σα φυσικός νόμος.
Μήπως ποτέ αναρωτήθηκες γιατί ξημέρωσε, γιατί έβγαλε ζουμπούλια η
γλάστρα; Ναι, το΄χαμε συνηθίσει το φυσικό της γιαγιάς: Να΄ναι πάνω στο
κεφάλι της ψυχοκόρης που ΄φτιαχνε τις μαρμελάδες, να διώχνει μ΄ένα
καλαμένιο φυσερό εμάς τα παιδιά, που μπερδευόμασταν στη φαρδιά,
πλισαρισμένη φούστα της.
-
Μην περνάτε από το λιακωτό. Το λέω, το ξαναλέω, μα όλο το ξεχνάτε, που
να σας ξεχάσει ο Χάρος. Τόσος τόπος δε σας χωράει; Άντε βαλάντωσα με
τούτες τις μαρμελάδες και τα σερμπέτια, που σίγουρα φέτος δεν πετύχανε.
Στο΄πα Μαρίτσα, τα κατέβασες από τη φωτιά προτού δέσει καλά η ζάχαρη.
Και το λεμοντουζού σα να ΄πεσε λιγοστό στο καρπούζι. Θα μου ζαχαρώσουν,
θα το δεις!
Αυτά τα λόγια τ΄άκουγα κάθε χρονιά, μα κάθε χρονιά, κι έχω τυπώσει καλά
στο μυαλό μου την κίνηση απελπισίας που΄κανε, καθώς συμμάζευε τον
κατάλευκο κότσο της, που πάντα ήταν συμμαζεμένος.
Ήμουνα το μόνο κορίτσι σε τόσα αγόρια που ΄καναν οι κόρες κι οι
νυφάδες της - αντρογεννήστρες τις λέγαν οι γειτόνοι μας -είχα και
τ'
όνομα της. Ίσως γι΄αυτό γινόταν δυό παρατυπίες: Η μιά, μ΄αφήναν να
σιμώσω τις γυάλες με τις μαρμελάδες και τα σερμπέτια, που λιαζόταν στο
λιακωτό μέρες, πριν αραδιαστούν προσεχικά στο κελάρι, να ΄χουμε το
χειμώνα ν΄αλείφουμε το ζυμωτό ψωμί και να τρατέρνουμε τα μουσαφιρλίκια,
που ποτέ δεν μας έλειπαν. Αυτό ήταν το πρώτο. Τ΄άλλο ήταν πως εγώ,
φορώντας τους γαλάζιους ταφταδένιους φιόγκους μου και το βελούδινο
φουστάνι μου, πήγαινα στο Δεσπότη μας.
Σ΄ένα καλαθάκι φορδαρισμένο μ΄ένα ασπροκέντητο λινό, μπαίναν οι γυάλες: Το καρπουζάκι απ΄το μποστάνι μας με την αρμπαρόριζα
να
σου τρυπάει τη μύτη, το βύσσινο απ΄τις βυσσινιές κι η βυσσινάδα, που
΄ναι γιατρικό σαν είσαι άρρωστος και τα σερμπέτια, να τρατέρνουν στο
Δεσποτικό.
Με ξεπροβόδιζε η μάνα κι η γιαγιά.
- Πεσκέσι στο Δέσποτα, και να ξέρεις, ρεζίλι θα γίνουμε.
Δεν έδεσε η ζάχαρη στη φωτιά κι ο ήλιος δεν τ΄άρπαξε και το λεμοντοζού έπεσε λίγο γκρίνιαξε η γιαγιά.
Κι η μάνα:
- Μετάνοια βαθιά να κάνεις, θα του φιλήσεις το χέρι το δεξί... το νου σου σα θα σε τρατάρουν μη λερωθείς!
Κι ο πατέρας, φορώντας το μαύρο του καλό κουστούμι, έφτιαχνε ΄κει στην ξώθυρα τον κολλαριστό γιακά του πουκαμίσου του, σημάδι
πως νευρίασε κι άλλο δεν μπορεί πια να περιμένει.
Σαν έκανα τη δασκαλεμένη μετάνοια, σα φίλησα το χέρι του Δέσποτα ΄κείνη τη χρονιά, στα 1921, που να το ΄ξερα...
Αν το ΄ξερα, θα, ΄χα σκύψει ν΄ ασπαστώ και τα πόδια του...
Αν το ΄ξερα...
Με φίλησε στα μαλλιά, με άρπαξε με τα δυό του χέρια και με σήκωσε ψηλά.
- Εσύ βάρυνες, εσύ έγινες κοτζάμ κοπέλα, μου ΄πε κι εγώ νόμισα στ΄αλήθεια πως μου χάρισαν παράδεισο.
Ο πατέρας μου καμάρωσε:
- Δέσποτα, είπε, βάρη δεν πρέπει να σηκώνετε!
Μ΄αφησε κάτω ο Δέσποτας, αφού με φίλησε στα δυό μου φουντωμένα μάγουλα.
- Αν δεν αντέχει τα βάρη η μέση σου, δεν πρέπει να γίνεσαι Δεσπότης!
είπε. Τα βάσανα και τους καημούς και τις λαχτάρες και τα όνειρα ενός
λαού είπε να κουβαλάς στους ώμους σου.
Είπε κι άλλα, μα εγώ παιδί, δε νοιάστηκα ν΄ακούσω · μόνη μου έγνοια στο ταρτάρισμα μη λερωθώ...
Αχ και να ΄ξερα...
-
Κι αφού μεγάλωσες κι έγινες κόρη πια, σου πρέπει με το φίλεμα, να σου
χαρίσω ετούτο, με την ευχή να μοιάσεις στην Κυρά τη Δέποινα· μ΄είχε
σιμώσει ο Δεσπότης και μου ΄δωσε ασημοκαπνισμένη Παναγιά σ΄ασημένια
καδένα περασμένη.
Έσκυψα και μόνος του μου την πέρασε στην τραχηλιά.
Ντροπιάστηκα,
δεν θυμάμαι αν το ΄πα το «ευχαριστώ». Πάντα σα πήγαινα, γλυκούδια θα με
φίλευε ή σ΄ασημοκύπελλο γλυκό του κουταλιού. Μα πρώτη του φορά τέτοιο
πλούσιο δώρο. Ναι, τώρα το κατάλαβα πως μ΄είχε για μεγάλη. Και πόσο
ντράπηκα... και πόσο χάρηκα.
Φέτος
λοιπόν, που λιάζονταν οι μαρμελάδες και τα βύσσινα,όλο κι ονειρευόμουνα
την ώρα που θα ξαναπήγαινα με το καλάθι στο Δεσπότη μας.
- Τ΄ασήμωσε το παιδί πέρσι.Θα το χρυσώσει, να μου το θυμηθείς, εφέτος της ξέφυγε της μάνας μου κάποια φορά.
Κι η γκρίνια της γιαγιάς μου ήτανε πιο μεγάλη τώρα κι ο φόβος μη
ρεζιλευτεί με τη ζάχαρη που δεν καλόδεσε, με το λεμοντουζού, που έπεσε
λειψό. Μα κι η δικιά μου έγνοια πίσω δεν απόμενε!
Κι ήρθαν... Τι μέρες ήρθαν Θεέ μου!
Ποιός εννοιαζότανε για γυάλες πια!
Θρύψαλα οι γυάλες, όμοια με τα όνειρα μας...θρύψαλα!
Η φαρδιά πλισαρισμένη φούστα πόσους χώρεσε! Κι όταν σκοτώθηκε, η γιαγιά
κι η φούστα σκέπασε, νόμισες, σ΄ όλο το σοκάκι μας, σκορπίσαμε.
Που μάνα...που πατέρας... που αδελφός!
Σαν ελαφίνας να ΄μουνα παιδί, χώθηκα σε μιά κόχη μιάς εξώθυρας. Μέρα να
΄ταν; Νύχτα να ΄ταν;Απ΄τις φωτιές κι η μέρα και η νύχτα όμοιες ήτανε...
Κι είδα το ράσο του ματοβαμμένο ν΄ανεμίζει, φλάμπουρο αγιασμένο στα
χέρια των αντίχριστων. Κι είδα... πόσα μπορεί να δει ο άνθρωπος και να
τ΄αντέξει...
περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία, τ. Σεπτεμβρίου 1995