Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Όσιος Άνθιμος ο Τυφλός επισκέπτεται τις Κυκλάδες...

 

(Ἐκ τοῦ βιβλίου· Κωνσταντίνου Κανέλλου, Ὅσιος Ἄνθιμος ὁ ἐκ Κεφαλληνίας, ὁ τυφλὸς ἱεραπόστολος τοῦ Αἰγαίου, Ἰθάκη, 2005).

...Το νησί που ευλογήθηκε πρώτο από τον τυφλό ιεραπόστολο υπήρξε η Σίφνος, έδρα του αρχιεπισκόπου Σίφνου, Μυκόνου, Αστυπαλαίας και λοιπών νήσων Νικοδήμου (1754-1777). Ο άγιος πατήρ πήρε την ευλογία της διοικούσης Εκκλησίας για την ιερή αποστολή του. Οι καλοκάγαθοι και ευλαβέστατοι κάτοικοι της Σίφνου υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό τον Όσιο Άνθιμο και σαν καλή γη αναζωογονήθηκαν από την ουράνια δρόσο των λόγων του.


Τον αγάπησαν με όλη τους την καρδιά και τον ακολουθούσαν ο,που κι αν πήγαινε. Με κάποιο ταπεινό γαιδουράκι ανηφόρισε στο ανδρικό μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην ψηλότερη κορυφή του νησιού. Ακόμη προσκύνησε στο μοναστήρι της Παναγίας της Χρυσοπηγής, πολιούχου της νήσου. Ο Άγιος Άνθιμος έτρεφε ιδιαίτερη ευλάβεια για την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, για αυτό ανακαίνισε αργότερα στην Σίκινο το ιερό μοναστήρι Της.

Οι κάτοικοι της Σίφνου ικέτεψαν τον ένθεο ασκητή να μείνει για πάντα κοντά τους. Όμως μέσα του φωσφόριζε ουράνιο φως, το οποίο ήθελε να σκορπίσει παντού και να κάνει μετόχους του τους εν Χριστώ αδελφούς του. Σαν καλός εργάτης του Ευαγγελίου ήταν έτοιμος για κάθε θλίψη και κακοπάθεια. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο: Τούτο έργον ευαγγελιστού, το κακοπαθείν και παρ' εαυτού και παρά των έξωθεν.

Δίνοντας την ευχή του στους θεοσεβούμενους Σιφνίους ξεκίνησε με ένα καίκι για την γειτονική Πάρο. Μαζί του και ο ιερεύς –οικονόμος της αρχιεπισκοπής Σίφνου, ο οποίος συνόδευσε τον Όσιο γνωρίζοντας την αγιότητά του.

Κατά την διάρκεια του ταξιδιού σηκώθηκε φοβερή τρικυμία φοβερή, άνεμος τυφωνικός (Πράξεις Αποστόλων 27, 14). Η ζωή του πληρώματος κινδύνευε άμεσα, οι ναύτες είχαν πλέον απελπιστεί. Το μικρό πλεούμενο κυριολεκτικά χανόταν μέσα στα μανιασμένα κύματα… Αμέσως ο Οικονόμος της Σίφνου έτρεξε στον Όσιο και με δάκρυα τον παρακάλεσε να προσευχηθεί για την σωτηρία τόσων αθώων ψυχών.

Στην αρχή ο ενάρετος μοναχός αρνήθηκε, φοβούμενος τον πνευματικό κίνδυνο που διέτρεχε. Κάτω όμως από την πίεση του καλού ιερέως της Σίφνου, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό, και με πολλά δάκρυα στα σβησμένα του μάτια ικέτεψε την Μητέρα του Θεού για την σωτηρία τους. Και επέταξε τη καταιγίδι, και έστη εις αύραν, και εσίγησαν τα κύματα αυτής. Και ευφράνθησαν, ότι ησύχασαν, και ωδήγησεν αυτούς επί λιμένα θελήματος αυτού (Ψαλμός ΡΣΤ´). Εκόπασε ο άνεμος και μεγάλη γαλήνη επικράτησε στο πέλαγος και στις καρδιές των ταξιδιωτών. Με δάκρυα ευγνωμοσύνης ευχαριστούσαν τον Όσιο και ασπάζονταν τα πόδια του, ονομάζοντάς τον σωτήρα και λυτρωτή τους. Ο ταπεινός ασκητής βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Τους παρεκάλεσε να μην αναφέρουν το γεγονός σε κανέναν.

Όμως οι ναύτες δεν κράτησαν την υπόσχεσή τους. Μόλις το πλοίο έφθασε στην Πάρο, αμέσως έκαναν γνωστούς σε όλους το θαύμα. Οι Παριανοί ευλαβήθησαν ιδιαιτέρεως τον Όσιο Άνθιμο. Τον υποδέχθηκαν με τιμές και κατάνυξη άκουσαν το θεόπνευστο κήρυγμά του. Η φήμη του έφθασε σε όλα τα γειτονικά νησιά. Ο τότε μητροπολίτης Παροναξίας τον παρεκάλεσε να επισκεφθεί και την Νάξο, έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως. Ο Όσιος έκανε υπακοή, γνώρισε τον αρχιερέα και πήρε την ευλογία του να κηρύξει και εκεί το Ευαγγέλιο.

Ανάμεσα στο πλήθος που σαγηνεύτηκε από το ζείδωρο κήρυγμα του Οσίου Πατρός Ανθίμου και ένα μικρό αγόρι· ο Νικόλαος Καλλιβούρσης, ο μετέπειτα Άγιος Νικόδημοςο Αγιορείτης, το μεγάλο πνευματικό τέκνο της Νάξου.

Επόμενος σταθμός η γειτονική νήσος Ίος, η οποία ανήκε στην συσταθείσα το έτος 1646 Επισκοπή Σίφνου. Ο μοναχός Άνθιμος έφερε παρηγοριά και ελπίδα στις καρδιές των υπόδουλων κατοίκων του νησιού. Όμως δεν έμεινε πολύ. Το ιεραποστολικό του έργο τον καλούσε.

Ένιωθε στα κατάβαθα της ταπεινής ψυχής του τον πόνο και την δίψα για Χριστό των αδελφών του. Θλιβόταν για την πνευματική λιμοκτονία τους και τον σκοταδισμό των δύσκολων εκείνων χρόνων. Για αυτό και καταφεύγει στους Αγίους Τόπους. Από εκεί θα αντλήσει δύναμη ψυχής και θείο φωτισμό για την ιεραποστολή του. Με θερμά δάκρυα στα άφωνα μάτια του θα προσκυνήσει στον Πανάγιο Τάφο και στο φρικτό Γολγοθά. Καλόν εμοί αποθανείν διά Ιησούν Χριστόν· εκείνον ζητώ τον υπέρ εμού αποθανόντα και αναστάντα. Μη εμποδίσητέ με εις ζωήν φθάσαι. Ιησούς γαρ εστίν η ζωή των πιστών… θάνατός εστιν η άνευ Χριστού ζωή. Ο εμός έρως εσταύρωται… Ουχ ήδομαι τροφή φθοράς, ουδέ ηδοναίς του βίου τούτου· άρτον του Θεού θέλω, άρτον ουράνιον, άρτον ζωής, ο έστι σαρξ του Χριστού. Και όμα θέλω το πόμα αυτού, ο εστιν αγάπη άφθαρτος και αέναος ζωή… προσεύχεται σαν δεύτερος Άγιος θεοφόρος Ιγνάτιος.

Δεν είναι γνωστό πόσο έμεινε ο Όσιος στον τόπον ου έστησαν οι πόδες του Κυρίου. Αναφέρεται όμως ότι σε άλλη χρονική περίοδο της ζωής του ήρθε και δεύτερη φορά προσκυνητής στα θεοβάδιστα μέρη της Ιερουσαλήμ και των ιερών μονών της περιοχής.

Το προσκύνημα στους Αγίους Τόπους ήταν και ο στόχος της πρώτης περιοδείας του...

πηγή