Κυριακή 3 Μαρτίου 2024

Ο άσωτος γιος κι ο σπλαχνικός πατέρας

Μια πολύ ωραία και διδακτική παραβολή που είπε ο Ιησούς στους μαθητές του είναι και η ακόλουθη:

Ένας άνθρωπος είχε δυο γιους. Είπε λοιπόν ο μικρότερος: «Πατέρα, δώσε μου από την περιουσία το μερίδιο που μου ανήκει».

Ο πατέρας μοίρασε τα υπάρχοντά του στα δύο κι έδωσε το ένα μερίδιο στον μικρό του γιο. Εκείνος πήρε την περιουσία κι έφυγε σε χώρα μακρινή. Εκεί ζούσε ζωή σπάταλη και αμαρτωλή και σκόρπιζε ασυλλόγιστα τα χρήματά του.

Όταν ξόδεψε όλα όσα είχε, έπεσε στη χώρα εκείνη μεγάλη πείνα και στέρηση. Ο μικρός γιος δεν είχε ούτε να φάει. Πήγε τότε κι έγινε χοιροβοσκός σ’ έναν άνθρωπο της περιοχής. Ήταν τόση η φτώχεια κι η πείνα του που προσπαθούσε να χορτάσει με τα ξυλοκέρατα, δηλαδή την τροφή των γουρουνιών.

Μέσα σ’ αυτή την απελπιστική κατάσταση κατάλαβε την ανοησία του, συνήρθε και είπε: «Πόσοι υπηρέτες του πατέρα μου όχι μόνο χορταίνουν, αλλά και τους περισσεύει το ψωμί κι εγώ πεθαίνω από την πείνα; Θα επιστρέψω στον πατέρα μου και θα του πω: Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα. Δεν είμαι άξιος να ονομάζομαι παιδί σου. Πάρε με κοντά σου σαν ένα δούλο σου». Έτσι σκέφτηκε κι αμέσως σηκώθηκε κι επέστρεψε στον πατέρα του.

Ενώ ήταν ακόμα μακριά από το σπίτι τους, ο πατέρας τον είδε και τον λυπήθηκε. Έτρεξε να τον προϋπαντήσει, τον αγκάλιασε και τον φίλησε με αγάπη. Το παιδί είπε στον Πατέρα: «Πατέρα μου, αμάρτησα στο Θεό και σε σένα. Δεν είμαι πια άξιος να λέγομαι παιδί σου». Όμως ο πατέρας τον διέκοψε και είπε στους δούλους του: «Φορέστε του την πιο λαμπρή στολή και δαχτυλίδι στο χέρι και πέδιλα στα πόδια. Και σφάξτε το πιο καλοθρεμμένο μοσχάρι, για να χαρούμε και να γιορτάσουμε. Γιατί αυτό το παιδί μου ήταν νεκρό και ξανάζησε, ήταν χαμένο και βρέθηκε». Πράγματι, οι δούλοι έκαναν όπως τους πρόσταξε ο αφέντης τους κι άρχισαν στο σπίτι οι γιορτές και οι χαρές.

Ο μεγαλύτερος γιος ήταν στα χωράφια τους, που τα δούλευε με πολύ κόπο και υπακοή στον πατέρα του. Καθώς πλησίαζε στο σπίτι, άκουσε τα τραγούδια και τους χορούς και παραξενεύτηκε. Κάλεσε έναν υπηρέτη και τον ρώτησε τι σήμαιναν όλα αυτά. Κι αυτός του εξήγησε. Κι ο αδερφός θύμωσε και δεν ήθελε να μπει στο σπίτι. Βγήκε έξω ο πατέρας του και άρχισε να τον παρακαλεί. Εκείνος όμως του είπε: «Εγώ τόσα χρόνια δουλεύω για σένα και ποτέ δεν παράκουσα καμιά εντολή σου. Κι όμως δεν μου έδωσες ούτε ένα κατσικάκι να το φάω με τους φίλους μου και να διασκεδάσω. Και τώρα, που γύρισε αυτός εδώ ο γιος σου που κατασπατάλησε την περιουσία σου, έσφαξες το διαλεχτό μοσχάρι;».

Κι ο πατέρας με πόνο απάντησε: «Παιδί μου, εσύ ήσουν πάντοτε κοντά μου. ΄Ό,τι είχα εγώ ήταν και δικό σου. Έπρεπε όμως να χαρούμε και να γιορτάσουμε, γιατί ο αδερφός σου ήταν νεκρός και έζησε, ήταν χαμένος και βρέθηκε».

πηγή