
Μιά φορά και έναν καιρό ήταν μιά ηλιογέννητη καλότυχη βασιλοπούλα, που ζούσε μέσα στα βελούδα, στα μετάξια και στα όνειρα...
Ρηγούλα τ' όνομα της, που πάει να πει βασιλοπούλα. Παλάτι της τ' αρχοντικό των Μπενιζέλων. Νανουρίσματα να κοιμηθεί το καλότυχο: ο μαρμαρωμένος βασιλιάς, η παλιά δόξα του γένους του.
Έτσι θα μπορούσε κανείς ν' ανιστορεί το βίο της Φιλοθέης
Μπενιζέλου, της Κυράς. Όμορφη αρχή για παραμύθι. Μα η ζωή δεν έχει μόνο όμορφη αρχή. Σκληρή η ζωή κι ακόμα πιο σκληρή σαν έχεις να παλέψεις με σκλαβιά και σκλαβωμένους. Κι οι χρόνοι, που γεννήθηκε η Ρηγούλα ήταν οι χρόνοι που όλα τα εσκίαζε η φοβέρα και
τα πλάκωνε η σκλαβιά. Ήτανε τότες οι χρονιές που δεν λέγανε πως πολεμάει η Ελλάδα την Τουρκιά, γιατί η Ελλάδα ξεχάσανε οι
Ραγιάδες πως υπάρχει. Ο Σταυρός χτυπάει το μισοφέγγαρο, λέγανε κι ήταν η πίστη το μόνο φως που άναφτε στη χώρα.
Ακόμα το παιδί δεν τα καταλαβαίνει αυτά. Πηγαίνει στη δασκάλα τη «μαΐστρα», πηγαίνει να μάθει λίγα γράμματα. Μεγάλο το έχει τo του γονιού του κι η μόνη κληρονόμος η Ρηγούλα. Πρέπει λοιπόν ανάλογα στο γένος και στα πλούτη της να μορφωθεί η μοναχοκόρη. Στο δρόμο καθώς πηγαινοέρχεται η Ρηγούλα, κάνει την πρώτη γνωριμία με τα βάσανα, τη φτώχεια και τον Τούρκο αφέντη.
Κι έφτασε η ώρα, που όλοι οι γονιοί την περιμένουν να παντρέψουν
το κορίτσι τους. Κι εδώ αρχίζει η ζωή να μην είναι παραμύθι.
Κακοπαντρεύεται η Ρηγούλα και όλοι ξέρουμε τι πίκρα κουβαλάει τούτη η λέξη. Τρία χρόνια έζησε κοντά στον άντρα αυτόν η μοσχοαναθρεμμένη. Γιατί κι άλλη μιά πίκρα έπρεπε στην αρχή της ζωής
της να γευτεί. Την πίκρα της χηρείας. Να ξαναπαντρευτεί;
Πολλοί το συμβουλεύουνε, πρώτα οι δικοί της. Μα αυτή κουνάει το
κεφάλι της. Το κεφάλι που είναι γιομάτο ιδέες, γεμάτο όνειρα κι ο πόνος που αντίκρυζε έξω από από το σπίτι της δεν γίνεται πια
κλάμα, μα ωριμάζει και την παιδεύει ολημερίς. Περνούν έτσι ακόμα λίγα χρόνια και μένει ολομόναχη στον κόσμο. Χήρα και ορφανή. Εδώ θα πίστευε κανείς πως θα τελείωνε η ιστορία μας. Ή αν συνεχιζόταν θα μιλούσαμε για μιά γυναίκα ξοφλημένη, που θα
περνούσε τον καιρό της πίσω από τα παράθυρα με τις θεραπαινίδες της - μάρτυρες του μεγάλου πόνου της. Αυτό θα περιμέναμε σαν μιά συνέχεια στις τόσες πίκρες της Ρηγούλας Μπενιζέλου. Και σήμερα θα τσακιζόταν μιά κοπέλα μπροστά στο χαλασμένο σπιτικό της, μπροστά στο θάνατο, που άκαιρα χτυπάει την πόρτα της.
Αυτό λοιπόν κι εμείς θα περιμέναμε. Μα δεν μετρήσαμε καλά τα πράγματα.
Κάθησε άγρυπνη λοιπόν η Μπενιζέλου και ζύγιασε και μέτρησε τα κότσια της. Από τη μιά μεριά η Πίστη που χανότανε. Χωριά ολόκληρα Τουρκέψανε. Φιρμάνι είχε βγη να μην αλλαξοπιστήσουν άλλοι,
γιατί από που πια θα' περνε τους φόρους ο Σουλτάνος. Κι αυτός, που ήταν χαμένος για την πίστη του και για το γένος ήταν ξεγραμμένος. Ελληνισμός και πίστη μαζί πορεύονται κι όταν πετούσες το' να και τ' άλλο το' χες πεταμένο. Μιά μοναχή γυναίκα
εκείνη την εποχή την θλίψη της, την πίκρα της, την κάνει κινητήριο δύναμη. Η πίστη της νερό φουσκωμένο, μπόλικο, τρέχει και δεν
χάνεται. Μα με δύναμη, που αυξάνει, κινάει, έρχεται και ταράζει την τότε αποκοιμισμένη κοινωνία και πριν φανεί ένας Κοσμάς Αιτωλός, πριν έρθει ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Ευγένιος Γιαννούλης, οι αδελφοί Λιχούδα, ο Ηλίας Μηνιάτης πρώτη αυτή πιάνει το ασύλληπτο.
Πως όποιος χαθεί για την Ορθοδοξία πρέπει να χαθεί και για το Γένος του. Και θέλημα και Βουλή Θεού είναι το Γένος να μην χαθεί αλλά να προσμένει Ανάσταση.
Πετάει μ' απόφαση τα ρούχα της Αθηναίας κυρίας η Μπενιζέλου,
μαζί πετάει και τ' όνομα της, το Ρηγούλα. Φορεί τα ρούχα της καλόγριας, φορεί κι ένα καινούργιο όνομα: Φιλοθέη, Φιλοθέη η
Αθηναία. Και τώρα τι θα κάνει; Θα καλογερέψει, με με την έννοια που δίνει σ' αυτή τη λέξη ο λαό μας; Θα απομακρυνθεί από τον κόσμο και η
συμμετοχή της στο δράμα που περνάει ο τόπος της θα' ναι
μόνο η προσευχή; Φαίνεται πως δεν ονειρεύτηκε τέτοια ξεκούραση η Φιλοθέη. Μπροστά της βλέπει έναν άλλο εργάτη, τον μεγάλο εργάτη, τον Παύλο, που αδιαλείπτως προσεύχεται. Προσεύχεται, δηλαδή
καθώς κινείται και ζη μέσα στην κοινωνία του, προσεύχεται καθώς εργάζεται το βράδυ σαν σκηνοποιός.
Και αρχίζει η μεγάλη περιουσία των Μπενιζέληδων να πηγαίνει για
να χτιστεί ο Παρθενώνας της Φιλοθέης. Στην αρχή έχει πλάι της τις υπηρέτριες του πατρικού της σπιτιού. Μαθαίνει τέχνη στα
κορίτσια. Μα πως να ξεσκλαβωθεί ένας άνθρωπος κι ένας λαός σαν είναι αγράμματος; Γράμματα λοιπόν να μάθουμε, κολυβογράμματα αν θες τα λες. Μα με τούτα τα κολυβογράμματα κρατηθήκαμε.
Και σαν ήρθανε οι διανοούμενοι απ' τη Δύση βρήκαν το λαό να είναι έτοιμος να πάρει το ντουφέκι.
Κι είδε τώρα η Φιλοθέη πως και η καλοσύνη θέλει οργάνωση, πως
δεν φελάει μόνο να δίνεις σαν μονάδα το δικό σου φαγητό ή το παλτό σου. Κι έχουμε τώρα μιά πρόνοια στην Τουρκοκρατούμενη Αθήνα, μιά πρόνοια που όμοια της και πλάι της μονάχα η Βασιλειάδα μπορεί να σταθή.
Τι μορφή να' ταν, τι φλόγα να είχανε τα μάτια της, τα λόγια της,
ώστε διακόσιες κοπέλες απ' τα πρώτα σπίτια της Αθήνας ν' αφήσουν μισοτελειωμένα τα προικόπανα, ν' αφήσουν τους γονιούς και τις βολές
τους και να' ρθουν πλάι στην Κυρά. Γιατί κυρά ονομάσανε οι Αθηναίοι την καλόγρια τους. Και τα αβρά χεράκια τους και τα
βελούδινα χεράκια τους, πες αντρίκια δύναμη βρήκανε και πήρανε και το τσαπί και τους γερόντους και τα βρέφη και δούλες του πλαϊνού τους
γίνανε. Καλά οι γέροντες είναι βολεμένοι τώρα και τα παιδιά το ίδιο. Μα οι άρρωστοι;
Ξανά λοιπόν σηκώνει τα μανίκια η Φιλοθέη και αρχίζει την
καινούργια της δουλειά. Νοσοκομείο για τους αρρώστους. Μα ποιό κορμί δεν πάσχει κι η ψυχή να μην πάσχει το ίδιο; Πλάι λοιπόν στο γιατρικό η
γλυκιά κουβέντα. Μα είναι τόσο δύσκολοι οι καιροί, που δεν μπορείς μόνο να γλυκοκουβεντιάζεις. Πρέπει να σκαλίσης τη στάχτη, να
την καλοσκαλίσης, ν' αναπνεύσεις, η ψυχή να μπορέσει να βγάλει έναν σπινθήρα. Να θυμηθεί την θρησκεία του, ο ραγιάς, να
στηριχθεί, να θυμηθεί τη μεγάλη γενιά του, να του μιλήσεις ξανά για τους θρύλους του, να ξαναβρεί πρέπει τις ρίζες του. Δεν είναι μόνο
νοσοκόμες οι κοπέλες που ήρθαν πλάι στη Φιλοθέη. Είναι αυτές που πριν ακουστεί ο Θούριος του Ρήγα, ετοίμαζαν ώρα την ώρα, μέρα τη
μέρα μιά ολόκληρη κοινωνία να τραγουδήσει αυτό το Θούριο.
Και δεν ετοίμαζαν μόνο την Αθηναϊκή κοινωνία. Ξενοδοχείο έφτιαξε η Φιλοθέη. Με την παλιά την πρώτη έννοια της λέξης Ξενοδοχείο. Για τους ξένους. γι' αυτούς, που θα ξαναγύριζαν στον τόπο
τους, για τους γυρολόγους που θα τον μέτραγαν τον τόκο βήμα- βήμα και που θα μετέφεραν τα νέα της Αθήνας.
Μα από καιρό τα μάτια του Τούρκου απάνω σ' αυτήν και στις δούλες
της. Την πιάσανε, την εβασάνισαν μπροστά σ' όλο τον κόσμο, την απείλησαν. Την πίστη σου ή τη ζωή σου. Σε έντεκα εκατομμύρια
γνωστούς μάρτυρες έγινε η ίδια ερώτηση. Και πάνω στην δικιά τους άρνηση στερεώθηκε ο πολιτισμός μας.
Τους κοίταξε η Φιλοθέη και στην αρχή θα θύμωσε. Μα το λοιπόν παιδάκι την περνούν; Χρόνια δεν ετοιμάζεται ακόμα και για μαρτύριο; Μετά χαμογελάει. Ξέρει πως είναι όργανο στα χέρια του
Θεού. Και ο Θεός ας πει την τελευταία λέξη. Αυτή πιστεύει πως ακόμα είναι χρειαζούμενη για να υπηρετήσει την εκκλησία και το
Γένος. Μα του Θεού είναι δουλειά ν' αποφασίσει. Κι έτσι αποφασίζει ο Θεός. Ακόμα να υπηρετήσει.
Άρχοντες σεβαστοί μιλάν στους Τούρκους και τα αγρίμια ημερεύουν.
Και ξαναγυρίζει η Φιλοθέη στους γέροντες, στα παιδιά στους αρρώστους, στους ξένους της. Δεν την λύγισε ο θάνατος, που πέρασε
τόσο κοντά της. Δεν τη φόβισε. Βλέπει ξεκάθαρα το τέρμα το δρόμου της. Είναι το ίδιο τέρμα της πατρίδας της. Κι αυτό το τέρμα
δεν είναι ο τάφος. Ο τάφος είναι αδειανός, γιατί πέρα από τον θάνατο είναι η Ανάσταση.
Μα τώρα ξέρει κάτι. Πως λίγος ο καιρός, που ακόμα μπορεί να
υπηρετεί τον πλαϊνό της, λίγος ακόμα ο καιρός που μπορεί να τον στεριώνη, να τον δυναμώνει. Λίγος ο καιρος και είναι πολλά,όσα πρέπει να τελειώσει και πρέπει να βιαστεί.
Και ξεκινάει να πάει απέναντι στην Αττική, στο αγαπημένο της
νησί τη Τζιά. Να ετοιμάσει κι εκεί το Μοναστήρι της. Όχι για να μαζέψει κόσμο για ξεκούραση. Αλλά για να ετοιμάζει εστίες για την αντίσταση στον Τούρκο κατακτητή και αλλόθρησκο. Το μοναστήρι καταφυγή κι εργαστήρι αυτών, που πολεμάνε για του Χριστού την πίστη την αγία, για της πατρίδος την ελευθερία.
Μπορούμε να φανταστούμε αυτή τη λεπτή γυναίκα να μπαίνει σε σαπιοκάϊκα της εποχής, να θαλασσοπνίγεται εκεί στο κάβο ντόρο,
να παλεύει στα κακοτράχαλα μονοπάτια, να κάνει οικονομικές
συμφωνίες με χτίστες, με μαστόρους, να τις μεγαλώσουν τα μετόχια, τις αποθήκες, τους ξενώνες, το γηροκομείο, το ορφανοτροφείο της.
Είχε χτίσει, λένε οι βιογράφοι της, κάτω στα Πατήσια και στην
Καλογρέζα μετόχια του Μοναστηριού. Και ένα βράδυ,παραμονή του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, είχανε συναχτεί για ολονυχτία οι
καλόγριες. Και σπάσανε τις πόρτες οι αντίχριστοι και ψάξανε να βρουν αυτή, που ήταν η πρώτη και η μόνη αντίσταση στην κυριαρχία
τους. Την χτύπησαν τόσο, όσες ήταν και οι καλοσύνες που είχε κάνει. Την χτύπησαν πάει να πει πολύ. Για πεθαμένη, όπως την είδαν πεσμένη κάτω, την πέρασαν και έφυγαν. Την πήραν τρομαγμένες οι άλλες αδελφές, της έπλυναν τα τραύματα, της έδωσαν
βότανα, γιατροσόφια μερόνυχτα της έκαναν. Στα γόνατα έπεσε ο κόσμος ν' αλλάξει η βουλή του Θεού να σωθή και τούτη τη φορά η Κυρά τους. Μα η βουλή του Θεού τώρα είναι άλλη.
Ένας εργάτης δούλεψε μ' όλη τη δύναμη του, την καρδιά του. Να που άλλος εργάτης δεν υπήρχε. Και τώρα τούτος ο εργάτης πρέπει πια να πάει ν' αναπαυθεί. Και αναπαύθηκε ο εργάτης. Στις 19 Φεβρουαρίου είναι τότε που ξεκουράστηκε.
Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν μιά ηλιογέννητη καλότυχη βασιλοπούλα, που ζούσε μέσα στα βελούδα, στα μετάξια και τα όνειρα.
Και πούλησε τα βελούδα και μετάξια και τα' κανε σπιτικό για τους κατατρεγμένους.
Μιά φορά κι έναν καιρό μαζί μας επερπάτησε η οσία Φιλοθέη.
από το περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία, τεύχος Φεβρουαρίου 1991.