Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2021

Ο διάκονος και απόστολος Φίλιππος

 

Όσοι Απόστολοι έφυγαν από τα Ιεροσόλυμα συνέχιζαν να κηρύττουν το Ευαγγέλιο και την Ανάσταση του Χριστού σε άλλες πόλεις και χωριά. Ο Απόστολος Φίλιππος βρέθηκε σε μια πόλη της Σαμάρειας. Εκεί κήρυττε κι όλος ο κόσμος είχε συναρπασθεί από το κήρυγμά του κι από τα θαύματα που έκανε. Σ’ αυτή την πόλη ζούσε ένας μάγος που τον έλεγαν Σίμωνα. Είχε μεγάλη δύναμη – από τον δαίμονα – κι έκανε σημεία και τέρατα και παρίστανε τον μεγάλο. Όταν όμως είδε τα θαύματα του Φιλίππου και άκουσε το κήρυγμά του εντυπωσιάστηκε πολύ, ζήτησε κι αυτός να βαπτιστεί και ακολουθούσε τον Φίλιππο. Γνώρισε και τον Απόστολο Πέτρο. Τον είδε κι εκείνον να κάνει θαύματα και να βάζει τα χέρια του στο κεφάλι των πιστών και να έρχεται το Άγιο Πνεύμα και να τους φωτίζει. Τότε ο Σίμων έφερε χρήματα στον Πέτρο και του είπε: «Δώσε και σε μένα αυτή την εξουσία». Ο Πέτρος με οργή του απάντησε: «Να χαθείς εσύ και τα χρήματά σου. Γιατί φαντάστηκες ότι θα μπορούσες να αγοράσεις με χρήματα τις δωρεές του Θεού; Μετανόησε και ζήτησε από τον Θεό να σε συγχωρέσει γι’ αυτό που σκέφθηκες». Κι ο Σίμων απάντησε: «Παρακαλέστε κι εσείς το Θεό να με λυπηθεί και να μην επιτρέψει να μου συμβεί κακό». (σιμωνία: το να προσπαθεί κανείς με χρήματα να αγοράσει τις δωρεές του Θεού)

5_filippos 

Στο μεταξύ ο Απόστολος Φίλιππος οδηγημένος από άγγελο Κυρίου βρέθηκε στον ερημικό δρόμο που πήγαινε από τα Ιεροσόλυμα στη Γάζα. Σ’ αυτόν τον δρόμο πήγαινε με το αμάξι του ένας Αιθίοπας αξιωματικός και διαχειριστής των οικονομικών της βασίλισσας των Αιθιόπων, της Κανδάκης. Καθώς προχωρούσε, διάβαζε δυνατά ένα κομμάτι από το προφητικό βιβλίο του Ησαΐα. Ο Φίλιππος άκουσε τι διάβαζε και τον ρώτησε: «Άραγε καταλαβαίνεις αυτά που διαβάζεις;» («Γινώσκεις, ἅ ἀναγινώσκεις;»). «Πώς θα μπορούσα να τα καταλάβω αν κάποιος δεν μου τα εξηγήσει;», αποκρίθηκε εκείνος με καλή διάθεση και παρακάλεσε τον Φίλιππο να καθίσει δίπλα του και να μελετήσουν μαζί εκείνο το κομμάτι από τον Προφήτη Ησαΐα.

Μιλούσε για τον Μεσσία, ο οποίος «σαν πρόβατο οδηγήθηκε στη σφαγή και σαν το αρνί που περιμένει άφωνο μπροστά σ’ αυτόν που το κουρεύει. Έτσι κι αυτός δεν ανοίγει το στόμα του. Καταδικάστηκε σε ταπεινωτικό θάνατο και του αρνήθηκαν τη δίκαιη κρίση». Από αυτό πήρε αφορμή ο Φίλιππος και μίλησε στον Αιθίοπα για τον Χριστό και το ευαγγέλιό του. Εκείνος ενθουσιάστηκε και ζήτησε εκείνη την ώρα να βαπτισθεί. Μόλις βρήκαν νερό, ο Φίλιππος βάπτισε τον Αιθίοπα κι αμέσως το Πνεύμα του Κυρίου άρπαξε τον Φίλιππο και τον έφερε στην Άζωτο, για να συνεχίσει το κήρυγμά του. Ο Αιθίοπας συνέχισε το δρόμο του γεμάτος χαρά.