Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2024

Χρόνος και ζωή κατά το Μέγα Βασίλειο


Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Ο Μ. Βασίλειος έζησε και παρουσίασε στα συγγράμματά του με τον διεισδυτικότερο τρόπο τη σχέση χρόνου και ζωής. Και η αντί­­στοι­χη διδασκαλία του, που επηρέασε βαθύτατα τη μεταγενέ­στε­ρη θεο­λο­γία και διανόηση, παραμένει εξαιρετικά επί­και­ρη και σήμερα. Βέβαια ο μεγάλος αυτός ιεράρχης της Καππαδοκίας δεν έγραψε κανέ­να συ­στη­­ματικό έργο για το θέμα αυτό. Ερμηνεύοντας όμως την Αγία Γρα­φή, και ιδιαίτερα την «Εξαήμερο» της Παλαιάς Δια­θήκης, αλ­­λά και απο­­κρού­οντας την αίρε­ση του Ευνομίου σχετικά με το πρόσωπο του Χριστού, αναφέρθηκε πολλές φορές στον χρόνο και τα σχετικά με αυ­­τόν θέματα.

Συνήθως διακρίνουμε τον χρόνο σε τρία μέρη: στο παρελθόν, το πα­ρόν και το μέλλον. Η τριμερής όμως αυτή διάκριση δεν φαίνεται να έχει κάποια αντικειμενική υπόσταση. Πράγματι, αν θελήσουμε να προσ­διορίσουμε αντικειμενικώς το παρόν, θα διαπιστώσουμε ότι δεν απο­τε­λεί τίποτε περισσότερο από μια διαχωριστική τομή ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Έτσι η τριμερής διάκριση του χρόνου γί­νε­ται αυτομάτως διμερής. Γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης μιλάει για δύο μόνο διαστάσεις του χρό­νου, το παρελθόν και το μέλλον: «Του χρό­νου», λέει, «τα μεν γέ­γο­νε, τα δε μέλλει… το δε νυν ου μέρος· μετρεί τε γαρ το μέρος, και συγκείσθαι δει το όλον εκ των μερών· ο δε χρόνος ου δοκεί συ­γκείσ­θαι εκ των νυν»[1].

Βέβαια η θέση αυτή φαίνεται καθαρώς θεωρητική, γιατί δεν εί­ναι δυνατό να υπάρξει πραγματικός χρόνος χωρίς το νυν, δηλαδή το παρόν. Και όμως το παρόν δεν μπορεί να εκληφθεί ως χρονική διάρ­κει­­α, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει ανα­πόφευκτα να έχει και πα­ρελ­­θόν και μέλλον. Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι το παρόν δεν είναι χρόνος, αλλά η απειροστή ή η άτμητη εκείνη στιγμή, με την οποία διαχωρίζεται το παρελθόν από το μέλλον. Και η στιγμή αυτή του παρόντος, ενώ στην πρα­γμα­τικότητα είναι η μόνη υπαρκτή, γίνε­ται ασύλ­λη­πτη, γιατί αυτόματα υποχωρεί στο παρελθόν.

Και ενώ το παρόν αποτελεί μία ασύλληπτη και φευ­γαλέα στιγ­μή, ούτε το παρελθόν ούτε το μέλλον ανήκουν στον άνθ­ρωπο. Το πα­ρελθόν είναι χαμένο, ενώ το μέλλον δεν βρίσκεται στη διά­θε­σή μας. «Η ουχί τοιούτος ο χρό­νος», λέει ο Μ. Βασί­λει­ος, «ου το μεν παρελθόν ηφανίσθη, το δε μέλ­λον ούπω πάρεστι, το δε παρόν πριν ή γνω­σθή­ναι διαδιδράσκει την αίσθησιν»[2]; Ο άνθρωπος όμως δεν ζει τον χρόνο ως μεμονωμένες στιγμές αλλά ως ευρύτερη διάρκεια, που συνιστά το εκάστοτε παρόν του και αγκαλιάζει το παρελθόν και το μέλλον. Με τη μνή­μη και την προσδοκία υπερβαίνει την κάθε στιγμή και ζει το πα­ρόν ως σύνθεση και υπέρβαση του παρελθόντος και του μέλ­λοντος. Έτσι το παρόν της ανθρώπινης ζω­ής παρουσιάζεται ως υπέρ­βαση του χρόνου και πα­ρα­πέμπει στην αιωνιότητα. Γι’ αυτό και η αρχαία ελληνική μυθολογία προσέδιδε στον χρόνο υπερβατικές δια­στάσεις και τον έβλεπε προσωποποιημένο στον θεό Κρόνο, που εξαφάνιζε τα παιδιά του.

Κατά τον Μ. Βασίλειο ο χρόνος είναι το «συμπα­­­ρε­κ­­τει­νό­με­νον τη συστάσει του κόσμου διά­στη­μα»[3]. Το διάστημα εδώ είναι χρονική έννοια με ποι­οτική ή ακριβέστερα ηθική σημασία. Δηλώνει την πε­ρί­οδο της παρούσας ζωής σε αντιδιαστολή προς την μέλλουσα· την πε­ρίοδο της τρεπτότητας και του κινδύνου σε αντιδιαστολή προς τη στα­θερότητα και την ασφάλεια της αιωνιότητας. Αλλά και γι’ αυτόν ακρι­βώς τον λόγο είναι η μόνη περίοδος προετοιμασίας του ανθρώ­που για την αιώ­νια μακαριότητα[4]. Έτσι ο χρόνος γίνεται «καιρός», δηλαδή ευκαιρία για την εξαγορά της αιωνιότητας, ή, όπως γράφει ο Γέ­­ροντας Σωφρό­νι­ος, «τόπος» συναντήσεως με τον Θεό και την αιω­νι­ότητά του.

Ο χρόνος συνδέεται οργανι­κά με τον χώρο και δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς αυτόν. Η δημιουργία τους υ­πήρξε ακαριαία. Τόσο δηλα­δή ο χρόνος, όσο και ο χώρος δημι­ουρ­γήθηκαν αχρόνως με τη θέληση του Θεού. Έτσι ερμηνεύει ο Μ. Βα­­­σί­λειος και το «εν αρχή εποίησεν ο Θε­­ός τον ουρανόν και την γην»[5]. Όπως η αρχή του δρόμου, παρα­τηρεί, δεν είναι ακόμα δρόμος, και η αρχή του σπιτιού δεν είναι σπίτι, έτσι και η αρχή του χρόνου δεν είναι χρόνος ούτε μέρος του χρόνου. Σε περίπτωση που θα υποστη­ρίξει κάποιος ότι και η αρχή είναι χρό­νος, πρέπει να μπορέσει να διαι­ρέσει και αυτήν σε αρχή, μέσο και τέ­λος, πράγμα που είναι αδύνατο[6].

Στην ευθύγραμμη πορεία του ο χρόνος περιέχει ακατάπαυστους χρονικούς κύκλους, που εξεικονίζουν την αιωνιότητα. Έτσι η ροή του χρό­νου προ­σλαμ­­βά­νει σπειροειδή μορφή, που παραπέμπει στην αιωνιότητα. Εξάλλου η πορεία του χρόνου είναι συμφυής με τον κόσμο και με τα πράγματα του κόσμου. Τα συνοδεύει διαρκώς, χωρίς ποτέ να διακόπτεται.

Ο χρόνος συνυφαίνεται με τη ζωή και την κατευθύνει στον θά­νατο. Όπως οι επιβάτες του πλοίου οδηγούνται στο λιμάνι, έστω και αν κοι­μούν­ται και δεν αντιλαμβάνονται τίποτε, έτσι και οι άνθρωποι με το πέρασμα του χρόνου οδηγούνται φυσιολογικά στο τέ­λος της ζωής τους. «Κοιμάσαι και ο χρόνος σε πα­ρα­τρέ­χει. Εί­σαι ξυπνητός και έχεις φροντίδες, αλλά η ζωή δαπανάται, έστω και αν αυτό δεν γί­νεται αντιληπτό. Όλοι τρέχουμε κάποιον δρόμο, σπεύ­δοντας ο καθέ­νας προς το τέλος… Όλα περνούν και μένουν πίσω σου… Τέτοια είναι η ζωή. Ούτε οι χαρές της είναι μόνιμες ούτε οι λύ­πες της διαρ­κείς. Και ο δρόμος δεν είναι δικός σου, ούτε τα παρόντα δικά σου»[7].

Η ηλικία του καθενός δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο χρόνος της ζωής του που πέρασε και χάθηκε. Χαιρόμα­στε, λέει ο Μ. Βασίλειος, που μεγα­λώ­νου­με και προσθέτου­με χρό­νια στην ηλικία μας, σαν κάτι να κερδί­ζου­με. Και θε­ωρούμε ευ­χά­ριστο πράγμα, όταν κάποιος από παι­­δί γίνε­ται άνδρας και από άνδρας πρεσβύτης. Λησμονούμε όμως ότι κάθε φορά χάνουμε από τη ζωή μας τόσο, όσο ακριβώς ζήσαμε· και δεν έχουμε την αίσθηση ότι δα­πανάται η ζωή μας, μολονότι την με­τρούμε πάντοτε με βάση το μέ­ρος της που πέρασε και χάθηκε.

Ο άνθρωπος, χωρίς συνήθως να σκέπτεται την αδυσώπητη πα­ρουσία του χρόνου, αδιαφορεί για την ύπαρξή του, ή ακόμα τον ξε­χωρίζει από τον εαυτό του και τον αντικειμενοποιεί. Ο κα­θένας π.χ. μιλάει για την προσκαιρότητα του ανθρώπου και την εννοεί ως αν­τι­κει­μενική δια­πί­στω­ση που δεν συνδέεται άμεσα με τον εαυτό του. Εύκολα συλ­λο­γί­ζε­ται ότι μπορεί το πε­ριβάλλον του να μεταβληθεί ή οι άλλοι να πά­ψουν κάποτε να υπάρχουν, σπάνια όμως σκέφτεται ότι αυτό θα συμ­βεί οπωσδήποτε και στον ίδιο. Συνηθίζει να λέει ότι όλα περ­νούν και χάνονται, αλλά θεωρεί σχεδόν αυτο­νό­η­το ότι αυτός θα υπάρχει, για να διαπιστώνει τη φθορά και την παρέ­λευσή τους.

Η αντικειμενοποίηση δημιουργεί συχνά σοβαρές πλάνες. Ειδικότερα η αντικειμενοποίηση του χρόνου αλλοιώνει το νόημα της ζωής και οδη­γεί στη σύγχυση και την αυταπάτη. Ο χρόνος δεν απο­τε­­λεί για τον άνθρωπο μιαν απλή αντικειμενική διαδικασία, αλλά βαθύτατη υπαρ­ξιακή πραγματικότητα. Άλλωστε ο χρόνος δεν αφορά τόσο τα αντικείμενα, όσο την προσωπική μας ύπαρξη. Γι’ αυτό μόνο η υπαρ­ξιακή βίωσή του απαλλάσσει τον άνθρωπο από την απάτη που δη­μιουργεί η αντικειμενοποίησή του. Και η ορθή τοποθέτηση μέ­σα στον χρόνο αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ορθή αντιμετώπιση της ζω­ής και τη σωστή δράση μέσα στον κόσμο.

Άλλη βασική πλάνη, που αναφέρεται στον τρό­πο βιώσεως του χρόνου, είναι η ακόλουθη: Ο άν­θρωπος λησμονεί συνήθως το νόημα της ζωής του μέσα στο παρόν και το αναζητεί στο διαρκώς προσ­δο­κώ­μενο μέλλον. Ανι­κα­νοποίητος από αυτό που έχει στο πα­ρόν, φροντίζει να τραφεί με τις ελπίδες του μέλλοντος. «Τοιούτος γάρ υπάρχει όλος ο των ανθρώπων βίος μη αρκούμενος τοις φθάσασιν, αλλά τρεφόμενος ου τοις φθάσασι μάλ­λον αλλά τοις μέλλουσιν»[8]. Με τον τρόπο αυτόν ο άνθρωπος δρα και κινείται μέσα στον κόσμο, σαν να επρόκειτο να ζει αιώνια. Και συ­νή­θως συ­μ­­πλη­ρώνει ολόκληρη την επίγεια ζωή του μένοντας στο στά­διο της προπα­ρα­σκευής του μέλλοντος. Έτσι το μέλλον γίνεται δυνάστης του αν­θρώ­­που, ενώ το πα­ρόν μεταβάλλεται σε απλό μέσο για την επίτευξη των μελ­λο­ντι­κών στόχων και επιδιώξεών του· αν­τι­­με­τω­πί­ζεται ως απλή γέφυρα που οδηγεί στο μέλλον. Και ε­πειδή εκεί­νο που ζει ο άνθρωπος δεν είναι το μέλλον αλλά το παρόν, συμ­βαίνει να κινείται διαρ­κώς επάνω στη γέφυρα, χωρίς ποτέ να φτά­νει στο σκοπό του.

Το φαινόμενο αυτό προσέλαβε οξύτερη μορφή από τα τέλη του εικοστού αιώνα με την αλματώδη ανάπτυξη της επιστήμης και ιδιαίτερα της πληροφο­ρι­κής. Ο άνθρωπος βρέθηκε αντιμέτωπος με κοσμογονικές εξελίξεις, που υπερβάλλουν τη φαντασία του και εντείνουν περισσότερο τις προσδοκίες του από το μέλ­λον. Ένας παγκόσμιος επικοι­νω­νι­α­κός ιστός, με απεριόριστη ευλυγισία μέσα στον χώρο, διευ­κολύνει τις επικοινωνίες και τις συναλλαγές του, ενώ ταυτόχρονα φαλκιδεύει τη ψυχική ηρεμία και την προσωπική ζωή του. Ήδη γίνε­ται λό­γος για μια νέα ασθένεια, το σύνδρομο της πληροφο­ριακής κοπώσε­ως, που προέρχεται από την υπερφόρτωση του νου με πληρο­φορίες. Και ενώ ο άνθρωπος φορτώνεται με πληροφορίες, φτωχαί­νει σε πραγ­μα­τική μόρφωση, αυξάνει το άγχος του και περι­ορίζει τις ικανότητές του για αυτοσυγκέντρωση, απομνημόνευση και λήψη αποφάσεων[9].

Όσα αναφέραμε έως εδώ για τον χρόνο και τη ζωή μας μέσα σε αυτόν αποκαλύπτουν μια σειρά αντιφάσεων:

α) Η ζωή μας μέσα στον χρόνο, ενώ κυριαρχείται από αυτόν, φα­νερώνει συγχρόνως και τη δυνατότητα της υπερβάσεώς του.

β) Ο χρόνος που ζούμε, ενώ παρουσιάζεται ως μετρητής της ζωής μας, είναι ταυτόχρονα και μετρητής του αφανισμού μας.

γ) Ενώ γνωρίζουμε ότι ο χρόνος είναι και μετρητής του αφα­νι­σμού μας, αποφεύγουμε να αναγνωρίσουμε τις συνέπειές του στον εαυτό μας και τις διακρίνουμε στους άλλους ή στο περιβάλλον μας, όπου δια­πι­στώ­νουμε την αντικειμενική και πάλι επαλήθευσή τους.

δ) Τέλος, ενώ αυτό που ζούμε πάντοτε είναι το παρόν, καλ­λιερ­γούμε συνειδητά μια χρονική ανεστιότητα, μεταθέτοντας το εκά­στοτε ενδια­φέ­ρον μας στο μέλλον, που άρχισε να γίνεται χαοτικό.

Ο Μ. Βασίλειος, ως ερμηνευτής της χριστιανικής θεωρήσεως του χρό­νου, ενώ επισημαίνει τις αντιφάσεις αυτές, μας αποκαλύπτει μια νέα προ­οπτι­κή, που οδηγεί στη δημιουργική σύνθεση και υπέρβασή τους. Τη νέα αυτή προοπτική, που δεν μπορούσε να δημιουργήσει η ελληνική φιλοσοφία ή γενικότερα η αν­θρώ­πινη σκέψη, την προσφέ­ρει σε αυτόν η Εκ­κλη­σία· η Εκ­κλη­σία όχι ως εγκόσμια κοινωνική πρα­γμα­τικότητα, αλλά ως σώμα Χρι­στού, που είναι «ο ων και ο ην και ο ερχόμενος»[10]· ως σώμα αυτού, που συνθέτει τις δια­στάσεις του χρό­νου και τις προσλαμβάνει ως πρόσωπο στο αιώνιο «νυν» της πα­ρουσίας του[11]. Μέσα στην Εκκλησία η μνήμη του πα­ρελ­θό­ντος γίνεται μνήμη εν Χριστώ. Και η ελ­πίδα του μέλ­λοντος γίνεται ελπίδα εν Χρι­στώ. Γι’ αυτό και η ζωή του Χριστιανού ως μέλους της Εκκλησίας τρέ­φεται με τη μνήμη και την ελπίδα του Χριστού.

Εκκλησία εισάγει μέσα στον κόσμο την αιω­νιότητα και επε­­κτεί­νε­ται προς αυτήν. Οι θεσμοί της Εκκλη­σίας, παρατηρεί ο Μ. Βασί­λει­ος, με­τα­φέ­ρουν τον νου του ανθρώπου «από των παρόντων επί τα μέλλοντα». Έτσι π.χ., συνεχίζει ο ίδιος ιεράρχης, με κάθε γο­νυ­κλι­σία και ανόρθωσή του ο πιστός μαρτυρεί εμπράκτως «ότι διά της αμαρτίας εις γην κατερρύημεν, και διά της φιλανθρωπίας του κτίσαντος ημάς εις ουρανόν ανεκλήθημεν»[12]. Η απλή και εκφ­ρα­στι­κή αυ­­­τή εκδήλωση της θρησκευτικής ζωής δίνει στον Μ. Βα­σίλειο την αφορμή να μνημονεύσει τις νέες διαστάσεις, μέσα στις οποίες εκ­δι­πλώνεται η ζωή του πιστού. Με την αποδοχή της φιλανθρωπίας του Θεού ως δυνάμεως που ανυψώνει από τη γη στον ουρανό, δια­­­­πι­στώ­νει ο άνθρωπος νέους ορίζοντες μέσα στον ευ­­­θύγραμμο χρόνο της ιστο­ρίας. Το αιώνιο, ως έκ­φραση της αγάπης του Θεού μέσα στον κό­σμο, συνα­ντά­ται σταυρικά με τον ευθύγραμμο ιστορικό χρόνο.

Με τον τρόπο αυτόν η κάθε στιγμή της ιστορίας της ανθρωπότητας και του κάθε ανθρώπου προσλαμβάνει απε­ριό­ρι­στη ευρύτητα ή απεριόριστο βάθος, και προσφέρεται ως δυνα­τό­τητα κοινωνίας με το αιώνιο και υπερ­βα­τικό. Το αιώνιο προσφέρεται και γίνεται μεθεκτό μέσα στον χρόνο. Και ο χρόνος γίνεται χώ­ρος συναντήσεως με το αιώνιο· χώρος βιώσεως του ε­σχά­του. Τέλος το νόημα του χρόνου δεν ε­ξα­ντλείται σε μια φευγαλέα και μη αντιστρεπτή ροή, αλλά βρίσκε­ται στη δυνατότητα που παρέχει στον άνθρωπο να ενταχθεί στην αιωνιότητα. Αυτό σημαίνει ότι και το νόημα της ιστορίας για την Εκκλησία βρίσκεται στο απεριόριστο βάθος που προσφέρει στον άν­θρω­πο η κάθε στιγμή της, και όχι στις εξωτερικές ε­ναλ­λαγές που δη­μιουργούνται μέσα στη χρο­νι­κή ροή. Το μήκος του χρόνου και της ιστορίας αποκτά αξία μόνο κατά το μέτρο της αξιοποιήσεως του βά­θους τους. Και το βάθος του χρόνου και της ιστορίας προσφέρει τη μό­νη ουσιαστική δικαίωση του μήκους τους.

Ο περιορισμός του ενδιαφέροντος του ανθρώπου στον μονο­διά­στατο χρόνο οδηγεί αναπόφευκτα στη διά­ψευση και την απογοή­τευση. Η ιστορία των πολι­τι­σμών του ανθρώπου είναι ιστορία δια­ψεύ­σεων. Και ο λεγόμενος χριστια­νι­κός πολιτισμός, ως ανθρώπινη δημιουργία μέσα στον ευθύγραμμο χρόνο της ιστορίας, είναι φυσικό να υπόκειται στον νόμο της φθο­ράς και της διαψεύσεως. Εκείνο όμως που προσφέρει ο Χριστιανισμός είναι η διέξοδος από το ιστορικό αδιέ­ξο­δο· είναι η μετάβαση από την άσκοπη χρο­νι­κή ροή και πε­ρι­δί­νη­ση στην πληρότητα της θείας αγά­πης και ζω­ής. Και η προσφορά αυτή του Χριστιανισμού, που παρέχεται σε ανθρωπολογικό επίπεδο με το πρόσωπο του Χριστού, βιώνεται εμπειρικά μέσα στο σώμα του, την Εκκλησία.

Καθετί που υπάρχει μέσα στον κόσμο είναι σχετικό. Ιδιαίτερα ο σύγ­χρο­νος άνθρωπος με τα διηπειρωτικά και τα διαστημικά ταξίδια αποκτά άμεση εμπειρία της σχετικότητας των διακρίσεων και των αντιθέσεων μέσα στον χώρο και τον χρόνο, όπως αυτές π.χ. που υπάρ­­χουν ανάμεσα στην ηρεμία και την κίνηση, στο βάθος και το ύψος, στο επάνω και το κάτω, στη νύκτα και την ημέρα. Ακόμα και η διάκριση μεταξύ παρελ­θόντος, παρόντος και μέλλοντος είναι κατά τον Αϊνστάιν μια επίμονη ψευδαίσθηση, γιατί όσο πιο γρήγορα μετακινείται κανείς, τόσο πιο αργά περνάει ο χρόνος: πέντε χρόνια μέσα σε ένα δια­στη­μό­πλοιο που ταξιδεύει με το 90% της ταχύτητας του φωτός (300 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο) αντι­στοι­χούν σε τριάντα έξι χρόνια στη γη. Αν το δια­­στημόπλοιο επέστρεφε, οι επιβάτες του θα είχαν ταξιδέψει τριάντα ένα χρόνια στο μέλλον, αλλά θα είχαν γεράσει μόνο πέ­ντε χρόνια[13]. Το παρόν των επιβατών αυτών θα ή­ταν για τους άλλους ένα μακρινό μέλλον, που πολλοί από αυτούς δεν θα προλά­βαι­ναν να το ζήσουν. Τέλος και αυτή ακόμα η φοβερή αντίθεση ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο τοποθετείται σε άλλη προο­πτι­κή.

Η ζωή, και ως βιολογικό ακόμα φαινόμενο, αποτελεί εξαίρεση μέ­σα στον κανόνα της χρονικής ροής. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο χρόνος αυ­ξάνει την εν­τροπία του κόσμου και οδηγεί προς την αταξία και την αποδιοργάνωση με έ­σχατη απόληξη τον λεγόμενο θερμικό θά­να­το. Εξαίρεση στον κανόνα αυτόν αποτελεί το φαινόμενο της ζωής. Η ζωή, ενώ κινείται με τη φορά του χρόνου, υπερνικά τη νομοτέλειά του και αντιστρέφει την πορεία της εντροπίας με τη δη­μι­ουρ­γία τά­ξεως μέσα στην αταξία και την έκπτωση. Πα­ράλ­­λη­λα όμως όλοι οι ζωντα­νοί οργανισμοί υποτάσσονται στη δύναμη του χρό­νου και υποκύ­πτουν τελικά στον βιολογικό θάνατο. Η ζωή πα­ρου­σιάζεται ως διαδι­κα­σία θανάτου. Αλλά και ο θάνατος εμφανί­ζε­ται ως­­ απόληξη της ζωής.

Ο θάνατος και ως βιολογικό ακόμα φαινόμενο α­πο­τελεί την τελευταία φάση της ζωής. Αυτό ισχύει πο­λύ περισσότερο για τον θάνατο ως υπαρξιακό βίωμα. Αν όμως ο θάνατος αποτελεί την τε­λευ­ταία φάση της ζωής, τότε και η ζωή αποκτά το πλήρες νόημά της μόνο με τη συμπερίληψη του θανάτου. Όταν το νό­ημα της ζωής δια­τυ­­πώνεται χωρίς να συμπεριλα­μ­βά­νεται ο θάνατος, είναι άτοπο, γιατί ο θάνατος, ως τελευταία φάση της ζωής, καταλύει όλο το προη­γού­μενο νόημά της. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος ολοκληρώνεται, όταν κατορ­θώνει να χωρέσει στη ζωή του και τον θάνατο. Εδώ έγκειται και η σπουδαιότητα της μελέτης του θανάτου, που προ­βάλ­λεται ιδιαί­τερα από τους αρχαίους φιλοσόφους και τους Πατέρες της Εκ­κλη­σίας.

Αν η βιολογική ζωή εκδιπλώνεται ως πάλη με τον χρόνο, που τελικώς την αφανίζει, η πνευματική ζωή του Χρι­στιανού προβάλλει ως νίκη εναντίον του χρόνου και ένταξη στην αιωνιότητα. Η ένταξη στην αιωνιότητα συνδέεται με μία νέα τοποθέτηση και δρα­στη­­ριο­ποίηση μέσα στον κόσμο. Αυτό γίνεται φανερό και στη ζωή του Μ. Βασιλείου, όπως και γενικότερα των αγίων της Εκκλησίας. Η αγάπη για τους συναν­θρώ­πους τους, το εν­δι­α­φέρον για τις ανάγκες και τα προ­βλή­ματά τους, η άσκηση του φιλανθρωπικού, κοι­νωνικού και πνευμα­τικού έργου τους, και γενι­κότερα η όλη παρουσία και δραστηριότητά τους, δεν ήταν προϊόν­τα κοινωνικής συμβατικότητας, αλλά συνέπειες της τοποθετήσεως και του προσανατολισμού της ζωής τους ως αληθινών Χριστιανών. Η αποξένωσή τους από τον κόσμο και η ταυτό­χρονη επανέν­τα­ξή τους σε αυτόν, ως απώλεια που αντιστοιχεί με εύρεση, ως αλλοτρίωση που ισοδυ­να­μεί με ανάκτηση, τους ανέδειξε πραγματικούς φωστήρες της οικουμένης· τους απέδειξε Χριστιανούς όχι «ονόματι», αλλά «πράγ­ματι».

Ο Χριστιανός λοιπόν είναι ο άνθρωπος που απο­δέ­­χεται την αλλοτρίωσή του εν ονόματι του Χριστού. Αλλοτριώνει τη ζωή του, αλλοτριώνει τον χρόνο της ζωής του, και εντάσσεται σε μια νέα πορεία ζωής. Η νέα αυτή πορεία είναι η πορεία της μετάνοιας και της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον. Η μετάνοια, ως επιστροφή του ανθρώπου στον χρόνο της μνήμης του Θεού, που συμπυκνώνεται στον λειτουργικό χρόνο, επαναφέρει τον άνθρωπο «εις οι­κεί­ω­σιν Θεού από της διά την παρακοήν γενομένης αλλοτριώσεως»[14].

Ο άνθρωπος, που δημιουργήθηκε «κατ  εικόνα» και «καθ’ ομοί­ωσιν» Θεού, διατηρεί το νόημα και τον σκοπό της υπάρξεώς του με τη μνήμη του Θεού. Με τη μνήμη αυτή παραμένει προσηλωμένος και στη δική του θεοειδή μορφή, που αμαυρώθηκε με την αλλοτρίωση από τον Θεό και την αθέτηση του θείου θελήματος. Ειδικότερα βέβαια για τον Χριστιανό η μνήμη του Θεού συγκεκριμενοποιείται με τη μνήμη του Χριστού και του ανακαινιστικού του έργου. Και το πε­ριε­χόμενο της μνήμης του Χρι­στού συμπυκνώνεται στη θεί­α Ευχαριστία. Το μυστήριο αυτό, ως μυστήριο της αληθινής ζω­ής του πιστού, είναι μυστήριο της αληθινής μνήμης του· μνήμης που δεν επιστρέφει μόνο στο παρελθόν, αλλά επεκτείνεται και προς το μέλλον· μνήμης που υπερβαίνει τελικά τον χρόνο και προσλαμβάνεται στην αιωνιότητα και την αϊδιότητα της θείας ζωής. Γι’ αυτό και η τέλεση της θείας Ευχαριστίας συνδέεται με τη μεγαλύτερη συμπύ­κνωση του χρό­νου μέσα στο πλαίσιο της πνευματικής ζωής.

Η συμπύκνωση αυτή του χρόνου εκφράζεται σαφέστατα στη θεία Λει­τουρ­γία, ιδιαίτερα μάλιστα στη Λειτουργία του Μ. Βασιλείου. Και είναι χαρακτηριστικό ότι η λειτουργική μνήμη δεν αναφέρεται μόνο στο παρελθόν αλλά και στο μέλλον. Δεν παρουσιάζεται ως ανάμνηση αυτών που έγιναν στον χαμένο, αλλά για την Εκκλησία πάντοτε κερδισμένο χρόνο, αλλά και ως πρόγευση αυτών που αναμένονται να συμβούν. «Με­μνημένοι ουν, Δέσποτα, και ημείς των σωτηρίων αυτού παθημάτων, του ζωοποιού σταυρού, της τριημέρου ταφής, της εκ νεκρών αναστάσεως, της εις ουρανούς ανόδου, της εκ δεξιών σου του Θεού και Πατρός καθέδρας, και της ενδόξου και φοβεράς δευτέρας αυτού παρουσίας».

Με τη λειτουργική αυτή συμπύκνωση του χρόνου δεν προσφέ­ρεται κάποια συναισθηματική λύτρωση των πιστών από το δεσμευ­τικό επίπεδο των αισθη­τών, αλλά η υπαρξιακή τους ανακαίνιση με αναφορά στην υπερβατική παρουσία του Χριστού. Η πίστη στο πρόσωπο του θεανθρώπου Χριστού και η αναγνώρισή του ως κεφαλής της Εκκλη­σίας καθιστά δυνατή τη σταυρική ή συνθετική αυτή θεώρηση και μεταμόρφωση του χρόνου.

Ο Μ. Βασίλειος, στυλοβάτης του κοινοβιακού μοναχισμού, γνώ­ρι­σε και έζησε στον υψηλότερο δυνατό βαθμό την κοινοχρησία όχι μόνο των υλικών αγαθών αλλά και του χρόνου. Έδωσε όχι μόνο τα υπάρχοντά του αλλά και ο­λό­κληρο τον χρόνο της ζωής του στους άλλους. Ο Χριστιανός δεν αντιμετωπίζει τον χρόνο ως ατομική του ιδιοκτησία, αλλά ως α­γα­θό για κοινή χρή­ση. Όταν κρατάμε τον χρόνο μόνο για τον εαυ­τό μας, χωριζόμαστε από τους άλλους. Χωριζόμαστε όχι μόνο από αυτούς που έζησαν πριν από εμάς, αλλά και από αυτούς που ζουν μαζί μας, δίπλα μας. Έ­τσι πε­ριο­­ρίζουμε τον δικό μας χρόνο και τη δική μας ζωή. Γι’ αυτό χρειάζεται να μοιρα­ζό­μαστε τον χρόνο μας με τους άλλους, να τον θυσιάζουμε για τους άλλους, να κοινωνούμε μαζί τους. Προσφέ­ρο­ντας­ τον χρόνο μας προ­σφέ­ρου­με τη ζωή μας, χωρίς να παύουμε να ζούμε οι ίδιοι. Και με τον τρόπο αυτόν ζούμε διπλά τον χρόνο και τη ζωή μας, γιατί ζούμε ταυτόχρονα στον χρόνο και στη ζωή των άλλων.

 


  1. Αριστοτέλους, Φυσικά 218α.
  2. Μ. Βασιλείου, Εις Εξαήμερον 5, PG 29, 13B.
  3. Μ. Βασιλείου, Κατά Ευνομίου 1, 21, PG 29, 560B.
  4. Μ. Βασιλείου, Εις Ψαλμόν 114, 5, PG 29, 492C. Πρβλ. και Δ. Τσάμη, Η πρωτολογία του Μ. Βασιλείου, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 32-33.
  5. Γέν. 1, 1.
  6. Μ. Βασιλείου, Εις Εξαήμερον 1, 6, PG 29, 16C-17A.
  7. Βλ. Μ. Βασιλείου, Ομιλία εις Ψαλμόν 1, 4, PG 29, 220D-21A.
  8. Μ. Βασιλείου, Επιστολή 42, 1, PG 32, 349.
  9. Βλ. Ι. Γιανναράκη, «Ο παγκόσμιος εγκέφαλος του διαδικτύου», Οικονομικός Ταχυδρόμος, φ. 52 (2590), 25.12.2003, σ. 21
  10.  Αποκ. 1, 4. 
  11. Βλ. Μ. Βασιλείου, Εις Ησαΐαν 119, PG 30, 312A. 

    12. Μ. Βασιλείου, Περί Αγίου Πνεύματος 27, 66, PG 32, 192C.

    13. Βλ. I. Piquer el Pais, «Το παράδοξο σύμπαν του Αλβέρτου Αϊνστάιν». Εφημερίδα Καθημερινή, Κυριακή 22.12.2002.

    14. Μ. Βασιλείου, Περί Αγίου Πνεύματος 15, 35, PG 32, 128D

    πηγή