Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕΤΑ ΜΥΡΩΝ ΘΕOΦΡΟΝΕΣ

 

Του μακαριστού Πρωτοπρεσβυτέρου ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΠΑΠΑΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ 

Από τα πρόσωπα που κινούνται γύρω από τον Αναστάντα, εκείνα που δίνουν την πιο δυναμική παρουσία και συγκινούν βαθύτατα με τη συμπεριφορά τους είναι οι μυροφόρες γυναίκες. Γι΄αυτό και η Εκκλησία μας καθιέρωσε προς τιμήν τους την τρίτη Κυριακή του Πάσχα. Ποιές και πόσες ήταν αυτές οι γυναίκες; Ποιό το έργο τους; Και ποιό το μήνυμα τους για τους χριστιανούς των καιρών μας;
  Οι Μυροφόρες ανήκουν στις γυναίκες εκείνες που αποτελούσαν τον κύκλο των μαθητριών του Χριστού «αίτινες ηκολούθησαν τω Ιησού από της Γαλιλαίας διακονούσαι αυτώ» (Ματθ. κζ, 55). Παρακολουθούν τα διαδραματιζόμενα στον Γολγοθά «από μακρόθεν». Μετά την ταφήν όμως του Ιησού, δίνουν το δυναμικότερο και συνάμα το τρυφερώτερο «παρών» στην προσπάθεια τους να εκπληρώσουν τις επκήδειες και επιτάφιες παραλείψεις προς το σώμα του Ιησού, που έγιναν κατ΄ ανάγκην από τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο λόγω του επερχομένου Πάσχα. «Ην γαρ μεγάλη ημέρα εκείνη του Σαββάτου» (Ιωαν. ιθ, 31). Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας και ο Νικόδημος ο «ευσχήμων βουλευτής», όπως σημειώνεται στο υπόμνημα του Πεντηκοσταρίου, «κατά το Ιουδαίων έθος μύροις αυτό αυτό ήλεψαν αλλ΄ουχ ως έχρην». Και σπεύδον αυτές, μετά το τέλος της πασχαλινής αργίας. «λίαν πρωί της μιάς σαββάτων» (Μαρκ. στ' 12 ), αφού έχουν αγοράσει και ετοιμάσει πολύτιμα αρώματα, να έλθουν εις το μνημείο, δια να αλείψουν το σώμα του Ιησού.
  Απ΄εκεί και οι ονομασία «μυροφόροι» (μύρα + φέρω). Έτσι γίνονται οι πρώτοι μάρτυρες της Αναστάσεως. Αντικρίζουν τον τάφον ανοικτόν χωρίς τον λίθον και κενόν. Και ακούουν από τον άγγελον την διαβεβαίωσιν, ότι ο Κύριος ανεστήθη, παίρνοντας και την εντολήν της μεταφοράς της ειδήσεως.
  Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί απλώς μιά αμοιβή της αφοσιώσεως των προς τον Χριστόν και της τόλμης των αλλά εξυπηρετεί κατά θείον σχέδιον και κάποιον ανώτερον σκοπόν. «Έχρην και γαρ - συνεχίζει το υπόμνημα - το πρώτον πεσόν υπό την αμαρτίαν και την αράν κληρωσάμενον, αυτό τούτο πρώτον και την Ανάστασιν κατιδείν και την χαράν ενωτίσασθαι, το πρώτον άκουσαν: εν λύπαις τέξη τέκνα», Η γυναίκα (στο πρόσωπο της Εύας) που άκουσε πρώτη την καταδικαστική απόφαση του Θεού, πρώτη φορά τώρα στα (πρόσωπα των μυροφόρων) ακούει και το γεγονός της λυτρώσεως!
  Την επίσκεψιν των μυροφόρων  εις τον τάφον του Κυρίου διηγούνται και οι τέσσερις ευαγγελισταί (βλέπε Ματθ. κζ΄ 55-56, 61, κη΄1-11, Μαρκ. ιε΄ 40-41, 47,ιστ΄1-11, Λουκ.κγ΄ 49, 55-56, κδ΄ 1-12 22-24, Ιωαν.κγ΄1-2, 11-18). Οι διαφορές που παρουσιάζονται ως προς τον χρόνο της επισκέψεως τους εις το μνημείο, στις διηγήσεις των ιερών ευαγγελιστών, οφείλονται μάλλον σε διαφορετική εκτίμηση του χρόνου, διαφορετικό τόπο εκκινήσεως των διαφορων  γυναικών κατά συντροφιές, ίσως και όχι μόνο μιά επίσκεψη αλλά περισσότερες.
  Πόσες και ποιές ήταν οι γυναίκες αυτές;
  «Πολλαί μεν ήσαν οι Μυροφόροι, αλλ΄οι Ευαγγελισταί, των επισήμων μόνον ποιήσαμεν μνείαν, τας άλλας παρείδον» μας πληροφορεί το υπόμνημα του Πεντηκοσταρίου. Επομένως είναι περισσότερες από τις γνωστές· σύμφωνα δε με όσα μας πληροφορούν οι ιεροί ευαγγελιστές και η παράδοσις της εκκλησίας μας, οι γνωστές είναι οι ακόλουθες;
  Πρώτη η Μαρία η Μαγδαληνή «αφ΄ ης εκβεβλήκει επτά δαιμόνια» ο Κύριος (Μαρκ. ιστ΄9) και η οποία μετά την Ανάληψη Του αφού ήλθε στη Ρώμη και κατήγγειλε τα σχετικά με τη δίκη και τον θάνατο του Ιησού προς τον Καίσαρα Τιβέριο, επέτυχε μιάν αναψηλάφηση  της δίκης με αποτέλεσμα την εσχάτη τιμωρία του Πιλάτου και των Αρχιερέων. Πεθαίνει τέλος στην Έφεσο, θάπτεται από τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και το λείψανον της διακομίζεται μετά αιώνας στην Βασιλεύουσα από τον Λέοντα τον Σοφόν. Δευτέρα η Σαλώμη, που θεωρείται κόρη του μνήστορος Ιωσήφ, συζύγος του Ζεβεδαίου και μητέρα του Ιακώβου και του Ιωάννου. Τρίτη η Ιωάννα, σύζυγος του επιτρόπου και οικονόμου του Ηρώδη, Χουζά. Τέταρτη και πέμπτη, οι αδελφές του Λαζάρου Μάρθα και Μαρία. Έκτη η Μαρία του Κλωπά, πιθανόν σύζυγος του Κλεόπα που συνεβάδισαν προς Εμμαούς μαζί με τον Λουκά το απόγευμα του Πάσχα. Έβδομη τέλος η Σωσάνα.
 Το τολμηρό και ευγενές εγχείρημα των Μυροφόρων, καρπός πίστεως και αγάπης προς τον Μεγάλον Νεκρόν, αλλά και γυναικείας ευαισθησίας προς το χρέος, έγινε αφορμή εμπνεύσεως όχι μόνον των ιερών υμνογράφων, συγγραφέων και αγιογράφων, αλλά και των θύραθεν δημιουργών. Οι Μυροφόρες ενσαρκώνουν την ιδανική μορφή της γυναικείας αγάπης και προσφοράς. Ο ποιητής των «φευγάτων χελιδονιών» στο ποίημα του «οι δύο παλάμες της» μιλώντας για τα ιδανικά χέρια της γυναικείας προσφοράς, τις βλέπει «άδεια κοχύλια» που τους έχουν πάρει - και το στερνό τους μαργαριτάρι... και στης λατρείας και προσευχής τις ώρες - Μαγδαληνής παλάμες μυροφόρες», ενώ ο Γ. Βερίτης στο ποίημα του οι «Μυροφόρες», σε μιά νοητή πορεία το «καινον μνημείον» τις παρακαλεί να τον πάρουν στην συντροφιά τους συμμετέχοντας στα άγια αισθήματα τους.
  «Πάρτε, με κόρες της Σιών, στον ορθρινό σας δρόμο - όλη την νύχτα αβύστηκα στην λύπη και στον πόνο - Τον λατρευτό μου ας ξαναδώ κι ας είναι και στον τάφο! - κάποια ελπίδα ανάστασης μέσα μου πάντα θα΄χω - Πάρτε με Μυροφόρες μου, στον ορθρινό σας δρόμο!»
  Οι μυροφόρες γυναίκες, οι επώνυμες και ανώνυμες  «εισί μάρτυρες αψευδείς και πρώται της Αναστάσεως». Είναι αι «από θέας ευαγγελίστριαι», όπως ψάλλει η Εκκλησία μας επαναλαμβάνοντας τους προφητικούς λόγους του Ησαϊα, αλλά και πρότυπα αφοσιώσεως προς τον Χριστόν και χριστιανικης παρρησίας.
  Το μήνυμα των προς τους πιστούς των καιρών μας, προς όλους εμάς, είναι τριπλό Πρώτον, ότι «αληθώς ανέστη» ο Κύριος. Δεύτερον, ότι ο Αναστάς προσεγγίζεται μόνο με «καιόμενη καρδίαν» από αγάπη και αφοσίωση. Και τρίτον, ότι το  μήνυμα της Αναστάσεως πρέπει να μεταφερθεί εις όλον τον κόσμον. Και μάρτυρες και κήρυκες του όλοι εμείς, που είμαστε οι από «πνευματκής θέας» ευαγγελιστές.
             
                                                                                                                                                        Αναδημοσίευση από περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία, Μάϊος 1996.