Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Και Σέ Μεσίτριαν έχω...


 

της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη

Ο Αύγουστος, το Πάσχα του Καλοκαιριού. Η γιορτή της Παναγιάς μας! Κάτι εικόνες με ακολουθούν αυτές τις μέρες και γίνεται έτσι η παράκληση στη Μάνα πιο ζεστή. Κι είναι βάλσαμο, παρηγοριά τούτες οι εικόνες. Η μιά: Μικρό χωριό, η Κανά της Γαλιλαίας, μιά ώρα πάνω κάτω από τη Ναζαρέτ. Και είχαν γάμο.
  Εκτός από τη Μάνα του Ιησού, κάλεσαν στη χαρά τον Δάσκαλο κι αυτούς που ήταν μαθητές του. Έφαγαν κι ήπιαν όλοι οι καλεσμένοι, μα το κρασί τελείωσε κι αυτοί που σέρβιραν στεναχωρήθηκαν. Λειψό να πέσει το κρασί! Πως το΄παθαν αυτό το ρεζιλίκι! Η Παναγιά, που ήταν του σπιτιού, πλησίασε το γιό της. «Δεν έχουνε κρασί», του είπε και ήταν λυπημένη. «Και τι ζητάς να κάνω; Δεν ήρθε ακόμα η ώρα να φανερωθώ!». Έτσι απάντησε ο Κύριος. Μα η Παναγιά το ήξερε πως στα δικά της παρακάλια όχι δεν θα  'λεγε ο γιός της· γι΄αυτό είπε στους υπηρέτες: «Να κάνετε ό,τι σας πει».
  Κι ο Ιησούς έκανε αυτό που η Μάνα ήθελε. Η δεύτερη: Ο Άγιος Ανδρέας, ο κατά Χριστόν σαλός, βρέθηκε σε όραμα στον ουρανό. Έβλεπε κόσμο, λέει, και ρώταγε τους αγγέλους ποιός είν' αυτός, ποιός είν' ο άλλος. Κι εκείνοι αποκρίνονταν πως ο Αη Γιώργης είν' αυτός...ο Άγιος Λευτέρης εκείνος, η Αγία Αικατερίνη η άλλη...« η Παναγιά, που είν' η Παναγιά;», όλο λαχτάρα ρώτησε ο άγιος. Τον κοίταξαν παραξενεμένοι τότε οι άγγελοι. «Μα εδώ δεν είν' η Παναγιά», του απάντησαν. «Κάτω στη Γη, κοντά σας βρίσκεται· πλάι στον άνθρωπο, ολημερίς κι ολονυχτίς, να τον παρηγορεί και να του παραστέκεται».
  Η τρίτη εικόνα: Ήρθανε πειρατές να πατήσουνε το Μοναστήρι. Οι καλογέροι ανύποπτοι για το κακό που φτάνει. Και τότε η Κύρά και Νοικοκυρά του Μοναστηριού φωνάζει να φυλαχτούνε οι καλόγεροι. Μα αντίρρηση έχει ο Κύριος. «Σώπα Μάνα για τις αμαρτίες τους πρέπει να τιμωρηθούν», της λέει και με το χέρι του πάει να της σφραγίσει το στόμα. Μα της Παναγιάς το χέρι με απόφαση του το τραβά μακριά, ειδοποιεί τους καλογήρους, το Μοναστήρι σώζεται.
  Και η τέταρτη: Η Κρίση: ο Κύριος κριτής στο θρόνο Του, αυστηρός και δίκαιος. Και η ψυχή γυμνή και τρέμει και φοβάται και πως να πλησιάσει! Ίδιο μικρό παιδί η ψυχή και πως να πάει να κριθεί; θα καταδικαστεί!
  Μα ελπίδα, να, η Παναγιά! Η Μάνα που πιάνει τις ψυχές από το χεράκι το τρεμάμενο, σκυμμένη όλο τρυφεράδα πάνω από τη γυμνή ψυχή και οδηγήτρια πια την οδηγεί στο Γιό της και θαρρείς της ψιθυρίζει: «Μη φοβάσαι. Μαζί θα πάμε στον Κριτή. Έλα, προχώρα. Εγώ είμαι εδώ. Θα παρακαλεθώ για σένα». Μου λέγανε για ένα γέροντα σοφό και φωτισμένο που έδινε μιά σπουδαία συμβουλή: «Κρατηθείτε γερά απ' το φουστάνι της Παναγιάς»· ναι έτσι έλεγε.
  Ο Αύγουστος, το Πάσχα του Καλοκαιριού. Η γιορτή της Παναγιάς. Κάτι εικόνες με ακολουθούν αυτές τις μέρες και γίνεται έτσι η παράκληση στη Μάνα πιό ζεστή. Δεν έχουν τέλος οι καημοί ούτε τα βάσανα. Έτσι κι εγώ της ψιθυρίζω όπως είμαι βουρκωμένη:«Μάνα, να, όπως στην Κανά είπες στον γιό σου για των ανθρώπων την παράλειψη και να 'ρθει είπες Εκείνος να την καλύψει, όπως προστάτεψες τους Μοναχούς, εσύ που είσαι εδώ στη Γη, εσύ και στην στερνή την ώρα μου να μου παρασταθείς. Κι εκεί, στην Κρίση στάσου πλάι μου.
Μεσίτρια Εσύ, Γοργοϋπάκουη Μάνα μου, Παναγιά μου. Και ξαλαφρώνει η καρδιά μου, γιατί είναι σίγουρο πως, όπως στην Κανά, το θαύμα το Μέγα θα γίνει. Ο Θεός θα υπακούσει στη Μάνα του και στη δικιά της μεσιτεία θα καμφθεί!

περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία, τ. Ιουλίου-Αυγούστου 1997