Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Ακάθιστος Ύμνος: επέτειος 1400 ετών από τότε που εψάλη για πρώτη φορά

patapios keimeno 2 

Του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου 

Μπορεί ο Αύγουστος να θεωρείται, και πράγματι είναι, ο μήνας της Θεοτόκου, με επίκεντρο τον πάνδημο εορτασμό της Κοιμήσεώς της, όμως ολόκληρο το 2026 μπορεί να θεωρηθεί έτος αφιερωμένο στην Μητέρα του Θεού.



Κι αυτό καθώς εφέτος συμπληρώνονται 1.400 χρόνια από τότε που εψάλη για πρώτη φορά ο Ακάθιστος Ύμνος.

Ο θεομητορικός αυτός ύμνος ονομάστηκε «Ακάθιστος» γιατί οι βυζαντινοί πρόγονοί μας έψαλαν τον ύμνο αυτό όρθιοι προκειμένου να ευχαριστήσουν την Παναγία για τη σωτηρία της πόλης τους και των ιδίων.

Τον 7ο αιώνα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία εκτεινόταν σε Ευρώπη και Ασία. Μέσα στα όριά της βρίσκονταν και οι Άγιοι Τόποι.

Την εποχή εκείνη οι Πέρσες καταπάτησαν τα ανατολικά όρια του Βυζαντίου, εισέβαλαν στην Ιερουσαλήμ και άρπαξαν τον Τίμιο Σταυρό, που βρίσκονταν εκεί από τον καιρό που τον είχε βρεί η Αγία ισαπόστολος Ελένη.

Οι Πέρσες μετέφεραν τον Τίμιο Σταυρό στην πρωτεύουσά τους Κτησιφώντα.

Τότε ο αυτοκράτορας Ηράκλειος εκστράτευσε προς την Ανατολή , έφθασε μέχρι την Κτησιφώντα, επιτέθηκε στους Πέρσες και πήρε πίσω τον Σταυρό, στις 14 Σεπτεμβρίου του 628.

Όμως, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, οι Άβαροι εκμεταλεύτηκαν την ευκαιρία καθώς η άμυνα της Κωνσταντινούπολης ήταν ιδιαίτερα ασθενής -λόγω της απουσίας του στρατού- και επιχείρησαν να κατακτήσουν την Πόλη.

Η πολιορκία ξεκίνησε στα τέλη του Ιουνίου του 626 σε μία επίθεση πρωτοφανούς κλίμακος από τους συμμάχους Αβάρους και Σλάβους.

Οι Άβαροι προσέγγισαν τα δυτικά τείχη της Πόλης μαζί με χιλιάδες Σλάβους στρατιώτες.

Από την άλλη πλευρά, οι Πέρσες, παραδοσιακοί εχθροί των Βυζαντινών, στρατοπέδευσαν στη Χλκηδόνα, απέναντι δηλαδή από την Κωνσταντινούπολη, προσβλέποντας σε ένα τελειωτικό κτύπημα.

Παρά την απουσία του αυτοκράτορα Ηρακλείου, η άμυνα της πρωτεύουσας οργανώθηκε με υποδειγματικό τρόπο.

Ο πατριάρχης Σέργιος και ο στρατιωτικός διοικητής Βώνος προσπάθησαν να σώσουν την απειλούμενη πρωτεύουσα και πήραν στα χέρια τους την υπαράσπιση της Πόλης, με τον λαό να συμμετέχει ενεργά, εμψυχωμένος από την βαθειά πίστη και ακλόνητη βεβαιότητα ότι η Θεοτόκος, η Υπέρμαχος Στρατηγός, θα τους προστατέψει.

Ειδικότερα, ο Πατριάρχης κάλεσε τους πιστούς να προσευχηθούν γονυπετείς στην Θεοτόκο και να της ζητήσουν τη συνδρομή της.

Παράλληλα, διοργάνωσε μία μεγάλη λιτανεία στα τείχη της Πόλης, κρατώντας μία αχειροποίητη εικόνα του Χριστού, ενώ σε μεταγενέστερες περιγραφές των γεγονότων, αναφέρονται να λιτανεύονται επιπλέον ο Τίμιος Σταυρός και εικόνες της Θεοτόκου.

Περιγράφεται μάλιστα ότι ο ίδιος ο Πατριάρχης περιέφερε την εικόνα της Παναγίας από τη μονή Βλαχερνών κατά μήκος των τειχών της Κωνσταντινούπολης ώστε να εμψυχώσει τον σχετικά μικρό αριθμό των υπερασπιστών της.

Σύμφωνα και με τις τρεις ιστορικές πηγές της εποχής, που περιγράφουν τα γεγονότα, η σωτηρία της Βασιλεύουσας αποδίδεται στη Θεοτόκο.

Δεν πρόκειται για μεταγενέστερη παράδοση, αλλά για πεποίθηση που επικρατούσε μεταξύ των πολιορκουμένων.

Υπάρχει ακόμη και μία γλαφυρή αφήγηση για μία γυναικεία φιγούρα που ο Χάνος των Αβάρων έβλεπε να περιφέρεται στα τείχη, και η οποία ταυτίστηκε με τη Θεοτόκο.

Τα σλαβικά μονόξυλα που επιχείρησαν επίθεση από τη θάλασσα, στο βάθος του Βοσπόρου, καταστράφηκαν από το βυζαντινό ναυτικό, ενώ παράλληλα όλες οι χερσαίες επιθέσεις των Αβάρων, εμποδίζονταν από τα απόρθητα Θεοδοσιανά τείχη.

Κάποια στιγμή οι εχθροί κατάφεραν και εισέβαλαν στη μονή των Βλαχερνών, όμως τελικά σφαγιάστηκαν από τους υπερασπιστές της Πόλης.

Μεταγενέστερες αφηγήσεις δίνουν μία εμφαντικότερη εκδοχή: τα μονόξυλα των Σλάβων καταστράφηκαν από ξαφνική θύελλα που ξέσπασε και τα πληρώματά τους πνίγηκαν, όπως οι Αιγύπτιοι στην Ερυθρά Θάλασσα, σύμφωνα με τη βιβλική διήγηση.

Σύμφωνα με την αφήγηση αυτή, τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου του έτους 626, σηκώθηκε μέγας ανεμοστρόβιλος, η θάλασσα φουρτούνιασε υπερβολικά και τα εχθρικά πλοία καταποντίστηκαν μαζί με τους πολιορκητές.

Κάποιοι από τους πολιορκούμενους διαβεβαίωναν ότι κατά την ώρα της πολιορκίας, εμφανιστηκε στα τείχη της Πόλης η ίδια η Θεοτόκος.

Η πολιορκία κορυφώθηκε στις αρχές Αυγούστου, αλλά η αποτυχία συντονισμού των επιτιθεμένων, οι απώλειες, η έλλειψη τροφίμων και νερού, καθώς και η ψυχική κόπωση, οδήγησαν σε κατάρευση του ηθικού τους.

Στις 8 Αυγούστου, οι Άβαροι και οι Σλάβοι έλυσαν την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης και υποχώρησαν, αναγνωρίζοντας την αποτυχία τους.

Κατόπιν της αδόκητης σωτηρίας της Πόλης οι κάτοικοί της συγκεντρώθηκαν στον ναό της Παναγίας των Βλαχερνών και με εμφανή συγκίνηση έψαλαν με όλη τους την καρδιά ύμνους ευχαριστήριους προς τη Θεοτόκο για τη βοήθεια που τους προσέφερε.

Η σημασία αυτής της νίκης υπερβαίνει τη σωτηρία της βυζαντινής πρωτευούσας. Ήταν μία ιστορική καμπή που απέτρεψε την κατάρρευση της αυτοκρατορίας, φρέναρε την επέλαση των βαρβαρικών λαών προς τη Μεσόγειο και επέτρεψε στο χριστιανικό και ελληνικό στοιχείο να συνεχίσει να ακτινοβολεί στον ανατολικό κόσμο για αιώνες.

Ο λαός, όπως ήταν φυσικό, απέδωσε τη σωτηρία του στην Κυρία Θεοτόκο. Έτσι καθιερώθηκε λιτανεία σε ανάμνηση της σωτηρίας του συνθέτοντας παράλληλα και τον Ακάθιστο Ύμνο, έναν από τους κατανυκτικότερους και δοξαστικότερους της ορθόδοξης θείας λατρείας.

Όλοι γνωρίζουμε το Κοντάκιο «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ», το οποίο ψάλλεται κατά τη διάρκεια των πέντε πρώτων Παρασκευών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Ο ύμνος αποτελείται από 24 στροφές (Οίκους) οι αποίοι ακολουθούν την σειρά των γραμμάτων της αλφαβήτου, από το Α έως και το Ω και αναπτύσσεται σε συνολικά 72 στίχους, ενώ το εφύμνιο «Χαίρε» απευθύνεται στη Θεοτόκο 144 φορές.

Κατά την παράδοση, η θεομητορική έκείνη εικόνα ενώπιον της οποίας εψάλη για πρώτη φορά ο Ακάθιστος Ύμνος, βρίσκεται στο Περιβόλι της Παναγίας, και πιο συγκεκριμένα, στη μονή Διονυσίου.

Πρόκειται για ένα από τα αρχαιότερα κειμήλια του Αγίου Όρους. Παραχωρήθηκε στη Μονή το έτος 1374 ιδιοχείρως από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ Κομνηνό. Η εικόνα είναι κατασκευασμένη από κηρομαστίχη, και αποτελεί, κατά την παράδοση, έργο του ευαγγελιστή Λουκά.

Ονομάζεται και Μυροβλύτισσα, γιατί κατά καιρούς αναβλύζει μύρο, ίχνη του οποίου διακρίνονται στην επιφάνειά της. Το 1592 πειρατές την έκλεψαν από τη Μονή.

Σηκώθηκε όμως φοβερή τρικυμία, ενώ η Παναγία εμφανίσθηκε στον καπετάνιο και δήλωσε ότι θέλει να παραμείνει η εικόνα της στη Μονή. Την ίδια στιγμή η εικόνα άρχισε να μυροβλύζει, ώστε βράχηκε το κιβώτιο, μέσα στο οποίο την είχαν κρύψει.

Τρομαγμένοι τότε οι πειρατές την επεστρεψαν στη μονή Διονυσίου, ενώ ταυτόχρονα, δύο απ' αυτούς παρέμειναν εκεί και έγιναν αργότερα μοναχοί.

Το 1758 ο διαπρεπής λογιος της Τουρκοκρατίας και διδάσκαλος του Γένους Ευγένιος Βουλγαρης που εκείνη την εποχή διατελούσε σχολάρχης της Αθωνιάδος Ακακδημίας, θεραπεύτηκε από θανατηφόρο απόστημα, με την επίκληση του ελέους της.

Τέλος, το 1767 εκλάπη για δεύτερη φορά από αλλοθρήσκους, αλλά Χριστιανοί την πήραν απ' αυτούς και την μετέφεραν στη Σκόπελο.

Οι κάτοικοί της όμως δεν θέλησαν να την παραδώσουν σε αντιπροσώπους της μονής Διονυσίου, οι οποίοι πήγαν εκεί για να την παραλάβουν, αλλά, στο τέλος, «λοιμική νόσος» που προσέβαλε το νησί τους ανάγκασε να δεχθούν την επστροφή της στο Άγιον Όρος.

Ο Ακάθιστος Ύμνος, όπως ανέφερε ο οικουμενικός Πατριάρχης κος Βαρθολομαίος με αφορμή την επέτειο αυτή, είναι «ποίημα υψήγορον και διθυραμβικόν, αναφερόμενον, ιστορικώς και θεολογικώς, με μοναδικόν πλούτον καλλιεπείας, εις την ένσαρκον θείαν Οίκονομίαν και την εις αυτήν μοναδι κην συμβολήν της παναχράντου Θεομήτορος».

Οι προσευχόμενοι πιστοί χαιρετίζουν ευσεβώς την Παναγία με αλλεπάλληλες επαναλήψεις της πρώτης προσφωνήσεως του αρχαγγέλου Γαβριήλ, που ευαγγελίστηκε την χάρη και την χαρά: της λέξεως «Χαίρε», με την οποία φανερώνεται το «απ' αιώνος μυστήριον» και συγκροτείται της «σωτηρίας ημών το κεφάλαιον».

Η επανάληψη του εφυμνίου «Χαίρε» επί εκατόν σαράντα τέσσερεις φορές προς την παμμακάριστο Θεοτόκο, έχει προδήλως μυστική έννοια.

Παραπέμεπει στις εκατόν σαράντα τέσσερεις χιλιάδες των αγνών εκείνων Αγίων της Αποκαλύψεως, που υμνούσαν με κιθάρα την «καινήν ωδήν» ενώπιον του θρόνου του Θεού και που ακολουθούσαν το Αρνίον «όπου αν υπάγη».

Ο λαός του Θεού που αγνεύει, τόσο κατά το ήθος όσο και κατά το δόγμα, και είναι αφοσιωμένος έως εσχάτου στον σαρκωθέντα Θεό Λόγο, παραμένοντας ενωμένος άρρηκτα με Αυτόν, υμνεί με ωδές ασμάτων μουσουργικών την υπερένδοξη Μητέρα του Κυρίου και Μητέρα της Εκκλησίας, την κραταιά της προστασία και το ευσεβές πλήρωμά της, αναφέρει σε μήνυμά του ο Οικουμενικός Πατριάρχης, με αφορμή τη συμπλήρωση των 1400 ετών από την πρώτη φορά που ακούστηκε ο Ακάθιστος Ύμνος.

Ο Ακάθιστος Ύμνος καλεί κάθε πιστό να βρίσκεται σε εγρήγορση και να παραμένει ορθός και ευσταλής, με ταπείνωση και προσευχητική διάθεση, ενώπιον των μεγάλων προκλήσεων της εποχής μας, σ' αυτές τις δύσκολες μέρες των πολλών γεωπολιτικών αναταράξεων και πολεμικών συρράξεων, κατά τις οποίες διέρχεται η ανθρωπότητα.

Ας δεηθούμε εκτενώς, όπως η Κυρία Θεοτόκος, η Μητέρα της «Ειρήνης του Θεού», φιλοτιμούμενη από την προσευχητική απόδοση του Ακαθίστου Ύμνου, εκ μέρους όλων των πιστών, με πνεύμα ευλαβείας και κατανύξεως, ενεργήσει και σ' αυτές τις δύσκολες περιστάσεις, ως Υπέρμαχος Στρατηγός κάθε ανθρώπου που αδικείται και βρίσκεται σε κίνδυνο.

Και ως Σκέπη κραταιά των τέκνων της Εκκλησίας ανά την Οικουμένη, να επιβραβεύσει στο ανθρώπινο γένος την Ειρήνη του Υιού της, την αληθινή και «πάντα νούν υπερέχουσαν», όπως ψάλλουμε στον Ακάθιστο Ύμνο.

πηγή