ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ΕΠΙ ΤΗι ΕΟΡΤΗι
ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 2026
ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ,
ΦΑΛΗΡΟΥ, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ
Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΚΛΗΡΟΝ & ΤΟΝ ΦΙΛΟΧΡΙΣΤΟΝ ΛΑΟΝ
ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ
Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος!
ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ἐν μνημείῳ τίθεται,
καὶ κλῖμαξ πρὸς οὐρανόν, ὁ τάφος γίνεται.
Εὐφραίνου Γεθσημανῆ, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος.
Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι Ταξίαρχον.
Κεχαριτωμένη χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος,
ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος.
Τέκνα μου αγαπητά και περιπόθητα,
Τούτος ο ύμνος μαζί με άλλους πολλούς και εμπνευσμένους ψάλλεται στον Εσπερινό της μεγάλης και λαμπρής Εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Προτρέπει ο υμνωδός εμάς τους πιστούς να στραφούμε προς την Παναγία, ακολουθώντας τον Ταξιάρχη Γαβριήλ, και να Της απευθύνουμε λόγο ευφρόσυνο και εγκωμιαστικό: «Κεχαριτωμένη χαίρε, μετά σου ο Κύριος, ο παρέχων τω κόσμω διά σου το μέγα έλεος».
Καθόλου τυχαία δεν είναι αυτή η προτροπή. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν εκείνος που έφερε στην ταπεινή Μαριάμ το μήνυμα του Ευαγγελισμού, το άγγελμα της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, την αποκάλυψη του μυστηρίου της ενσαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Η κόρη τότε συνετά διερωτήθηκε το πως, μα εδέχθη τους λόγους του Ασώματου απεσταλμένου παραδίδοντας την ύπαρξή της στο σχέδιο της θείας οικονομίας «ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου».
Στο Συναξάρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και σε πλείστα Πατερικά κείμενα λαμβάνουμε την πληροφορία πως τρεις ημέρες προ της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ επισκέφθηκε εκ νέου την Παναγία. Είχε και στην περίπτωση αυτή αποστολή σπουδαία και σημαντική. Συνάντησε την Κυρία Θεοτόκο για να μεταφέρει σε Αυτήν μήνυμα του Υιού Της: «Ο Κύριος και Υιός σου σε προσκαλεί: «Έφθασε η ώρα να έλθης πλησίον μου, ω καλή μήτερ μου». Για τούτο με απέστειλε πάλι να σου ανακοινώσω, ω «ευλογημένη εν γυναιξί», ότι σήμερα θα ευφράνης, ω Κεχαριτωμένη, τις ουράνιες στρατιές με την άνοδόν σου και θα λαμπρύνης περισσότερον τις ψυχές των αγίων, καθώς έπλησες ευφροσύνης τους ευρισκομένους εις την γην. Αγάλλου και συ μαζί τους καθώς άλλοτε το είχες φανερώσει, διότι από τώρα θα σε μακαρίζουν εις τους αιώνας όλα τα λογικά κτίσματα, «πάσαι αι γενεαί». «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου».Οι προσευχές και οι ικεσίες σου ανέβησαν εις τον ουρανόν, προς τον Υιόν σου, όθεν κατά το αίτημά σου σε προστάζει να αφήσης τον κόσμον αυτόν και να ανέλθης εις τα ουράνια σκηνώματα για να είσαι αιωνίως μαζί του, εις την αληθινήν και αιωνίαν ζωήν». (Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού, Ο Βίος της Υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, Ιερόν Κελλίον Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη, Άγιον Όρος, 2010).
Οι αρχαγγελικοί λόγοι γέμισαν χαρά την ψυχή της Παναγίας και πορεύθηκε στο όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί και να ευχαριστήσει τον Υιό και Θεό Της. Σε όλο Της τον βίο ποθούσε να συναντήσει ξανά τον γλυκύ Ιησού. Και τώρα που η ώρα έφθασε, θέλησε με όλη Της την καρδιά να Τον ευχαριστήσει. Κι η πλάση μετείχε της προσευχής και της προσκύνησης. Τα δένδρα πλησίον της έκλιναν τις κορφές τους, χαμήλωσαν τους κλάδους τους για να παραστούν δίπλα στην Μητέρα του κόσμου.
Κι ύστερα η Παναγία γύρισε στο σπίτι που διέμενε, στην οικία του αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου. Εκεί έκανε γνωστό στα πρόσωπα που βρίσκονταν κοντά Της την αγγελική αποκάλυψη της ουράνιας φυγής Της. Και πόνεσαν οι ψυχές και έκλαψαν οι οφθαλμοί, ακούγοντας τα νέα του αποχωρισμού. Μα η Παναγιά ως μάνα δεν άφησε απαρηγόρητα τα παιδιά Της. Με λόγους γλυκούς και ενισχυτικούς τον πόνο γιάτρεψε των οικείων.
Τότε, τα υπάρχοντά Της αποφάσισε να μοιράσει σε δυό πτωχές χήρες που παρέστεκαν κοντά Της. Μα τίποτα δεν απεκτησε σε τούτο τον κόσμο, κανέναν πλούτο και καμιά περιουσία δεν είχε, μόνο τις πολλές Της αρετές και δύο ρούχα. Στη μια έδωσε την εσθήτα και στην άλλη το μαφόριόν Της, δώρα φτωχά και ταπεινά και συνάμα σπουδαία και πολύτιμα· ευλογία για εκείνες τις αναγκεμένες γυναίκες, ευλογία και για όλους τους χριστιανούς.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη πολύ επεθύμησε η Παναγία να συναντήσει τον αγαπημένο μαθητή του Υιού Της τον Ιωάννη, που κάτω από τον Σταυρό κατέστη και αυτός γιός Της από τον ίδιο το Χριστό. Μα και τους άλλους αποστόλους θυμήθηκε και πόθησε να αποχαιρετήσει. Και την επιθυμία της Αγίας του Μητρός ο Ιησούς την ικανοποίησε. Με τρόπο θαυμαστό οι Απόστολοι από τα πέρατα της γης, που κήρυτταν το Ευαγγέλιο, μεταφέρθηκαν στο χωρίο της Γεσθημανής με νεφέλες και έλαβαν την ευχή και την χάρη της Κυρίας Θεοτόκου.
Κι όταν εκείνη έκρινε πως έφθασε η ώρα, εξαπλώθει στην κλίνη της και παρέδωσε την Αγία ψυχή Της στα χέρια του Χριστού. Τότε οι Απόστολοι με δέος, με συγκλονισμό, με προσευχές και ύμνους μετέφεραν το σώμα Της το αμόλυντο στον τάφο, χωρίς να γνωρίζουν πως το μνήμα δεν θα το κρατούσε για πολύ, αφού ο νικητής του θανάτου, ο Ιησούς Χριστός, δεν θα επέτρεπε να παραδοθεί στη φθορά. Με τρόπο μυστικό και ακατάληπτο μετέστη στον ουρανό το Πανάγιο σώμα για να ενωθεί ξανά με τη Πάναγνη ψυχή της Θεοτόκου.
Στρέψαμε την προσοχή μας στα γεγονότα κυρίως προ της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, διότι η στάση της Παναγίας στην αποκάλυψη του χρόνου της εκδημίας Της πολλά μπορεί να προσφέρει σε εμάς, τους ανθρώπους μιάς εποχής που προτιμά να κλείνει τα μάτια μπροστά στην πραγματικότητα του θανάτου. Ζούμε οι άνθρωποι με μια ψυχολογική ψευδαίσθηση πως δεν θα πεθάνουμε ποτέ. Το θέμα αφορά κάποιους άλλους, γέρους, άρρωστους, άτυχους, απρόσεκτους, πάντως όχι εμάς. Σίγουρα όχι εμάς. Λογικά δεν μπορούμε να στηρίξουμε τούτη τη στάση, μιάς και τα πάντα μαρτυρούν πως ο θάνατος είναι το μόνο βέβαιο στον ανθρώπινο βίο. Κι όμως είμαστε απόλυτα συνεπείς σε τούτο τον παραλογισμό, να ζούμε ξορκίζοντας το θάνατο. Παράδοξο δεν είναι. Ο θάνατος είναι ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου. Η αδυναμία και ο φόβος ενώπιόν Του δεν είναι αδικαιολόγητα, ειδικά όταν σε τούτο το δράμα αισθάνεσαι μόνος, αφού έχεις στερήσει από τον εαυτό σου την φιλία και την αγάπη του Θεού, αφού θεωρείς πως ο ουρανός δεν έχει τίποτα να σου πεί, καμιά σωτηρία να σου προσφέρει.
Στον αντίποδα στέκει η Κυρία Θεοτόκος. Εκείνη που γέννησε την Ζωή. Εκείνη που είδε τον θάνατο να νικιέται με την Ανάσταση. Η Παναγία γνωρίζει πως ο θάνατος αιχμαλωτίστηκε από τον αναστάντα Χριστό. Παλαιά ήταν παντοδύναμος. Το σώμα το επέστρεφε στο χώμα, την ψυχή την αιχμαλώτιζε στον Άδη, τους αγαπημένους τους στερούσε, τα επιτεύγματα του βίου τα παρέδιδε στη λήθη. Τώρα ο θάνατος είναι υπηρέτης του μυστηρίου της ζωής. Είναι ένα πέρασμα, από τη γη στον ουρανό, από τον πόνο στην μακαριότητα, από το νυν στο αεί. Η Παναγία όλα τούτα τα γνωρίζει, όλα αυτά τα βιώνει. Γι’ αυτό ο θάνατος δεν προκαλεί σε Αυτήν τρόμο, αλλά χαρά. Ναί χαρά, γιατί εμπιστεύεται τον Χριστό, γιατί εμπιστεύεται την Ζωή. Λαχταρά τη συνάντηση με τον Υιο Της και τον Θεό Της.
Το πρώτο που ενεργεί μετά την είδηση της κοιμήσεώς Της είναι η προσευχή. Ο τρόπος της προσευχής φέρνει τον άνθρωπο στην ατμόσφαιρα του Παραδείσου, εκεί που η σκιά του θανάτου δεν μπορεί να σκοτινιάσει τη ζωή, αφού τα πάντα είναι φως ανέσπερο. Η Παναγία προσεύχεται και προγεύεται την ουράνια θαλπωρή. Μετέχει η Παναγία στην αγωνία του Χριστού στον Κήπο της Γεθσημανής με τη προσευχή Της, αγωνία που κουβαλά κάθε άνθρωπος που αισθάνεται πως πλησιάζει ο θάνατος. Υπερβαίνει όμως αυτή, διότι πιστεύει όσο κανένας άλλος άνθρωπος στη νίκη του Υιού Της επί του θανάτου. Κι έτσι η προσευχή της γίνεται ανώδυνη, όπως και ο τόκος Της. Και η κτίση θαυμάζει και υποκλίνεται σε τούτο το θαύμα, σκύβουν τα δένδρα τα άψυχα να προσκυνήσουν την Παρθένον Μαρία που έχει υπερβεί κάθε φόβο και κάθε ανησυχία περί του θανάτου.
Η προσευχή είναι ένας στέρεος τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί έναντι του φόβου που ο θάνατος φέρνει στην ψυχή. Γιατί η προσευχή στερεώνει τη σχέση με το Χριστό, τον φέρνει μπροστά μας, τόσο όταν ενεργείται προσωπικά, μα ακόμα πιο δυναμικά, όταν ενεργείται μυστηριακά. Η προσευχή καλλιεργεί τη ζωή εντός μας και δεν αφήνει χώρο στο θάνατο. Ας ακολουθήσουμε την Παναγία στην προσευχή Της προ της Κοιμήσεώς Της και θα αισθανθούμε κι εμείς τη δική Της χαρά.
Έπειτα η Παναγία σπεύδει στο σπίτι που ζούσε. Επιστρέφει στα του βίου για να τα ολοκληρώσει, για να τα νοικοκυρέψει, για να τα τακτοποιήσει. Ετοιμάζει την οικία, την κάμαρα, την κλίνη, για να δεχθεί με τον πρέποντα τρόπο τον μεγάλο επισκέπτη, όχι απλά τον θάνατο, μα τον Σωτήρα Χριστό και τους Αγγέλους και τους Αποστόλους και τους οικείους και φίλους. Μοιράζεται το αποκεκαλυμμένο μυστικό της και παρηγορεί εκείνους που πονούν. Μοιράζει τα λιγοστά που κατείχε, για να δώσει ευλογία και χαρά μέσα στη θλίψη.
Ο χριστιανός δεν μισεί αυτή την ζωή. Η κτίση, οι άνθρωποι, τα έργα, τα αγαθά είναι τα δώρα του Θεού, είναι η αγάπη του Θεού που γίνεται ύλη για να υπηρετηθεί ο βίος και η σωτηρία μας. Γι’ αυτό ο πιστός άνθρωπος επιθυμεί μία τάξη στα του βίου. Μια τάξη και στα τέλη του. Σκέφτεται ότι είναι περαστικός από τον κόσμο αυτό και θέλει να παραδώσει στους επόμενους όχι το χάος, αλλά το απόσταγμα της δικής του ζωής, υλικό και πνευματικό. Ας ακολουθήσουμε την Παναγία στην ευταξία που επεδίωξε σε όλο της το βίο, μα και τις έσχατες στιγμές, για να αισθανθούμε και εμείς πως είχε σκοπό και η δική μας ζωή.
Τέλος η Παναγία επιθυμεί τη συνάντησή της με τους Αποστόλους. Ξέρει πως είναι μακριά, υπακούοντας το κέλευσμα του Υιού Της. Όμως θέλει να σταθεί ξανά ανάμεσά τους, όπως έγινε τόσες φορές, όταν ο Ιησούς πορεύτηκε στη γη, μα κυρίως μετά την Ανάληψή Του στους ουρανούς. Κάθε φορά που οι μαθητές συνάζονταν δίπλα της ήξερε η Θεοτόκος πως και ο Χριστός βρισκόταν ανάμεσά τους. Ήξερε πως κάθε φορά που τελείτο η θεία Ευχαριστία, ο Χριστός πρόσφερε και προσφερόταν. Γι’ αυτό και σε τούτη την επίσκεψη του Υιού Της, ήθελε όλους τους μαθητές Του να είναι εκεί και η επιθυμία αυτή εισακούσθηκε από τον Χριστό.
Η θεία Λειτουργία είναι για εμάς μια απάντηση στο θάνατο. Κάθε φορά που τελούμε την Ευχαριστία μετέχουμε στην νίκη επί του θανάτου που κατάφερε ο Χριστός. Κάθε φορά που κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα Του, ενωνόμαστε μαζί Του, γινόμαστε ένα με την Ζωή. Κάθε φορά που εκκλησιαζόμαστε συναντούμε όχι μόνο τα πρόσωπα που βρίσκονται στο Ναό, μα και τους κεκοιμημένους. Συναντιόμαστε μυστικά και μετέχουμε της χάριτος του Χριστού. Δεν υπάρχει καμία απόσταση να μας χωρίζει, δεν στέκει κανένα εμπόδιο ανάμεσά μας. Ας ακολουθήσουμε την Παναγία στην θεία Ευχαριστία μεταλαμβάνοντας τα άχραντα μυστήρια, γιατί με τον τρόπο αυτό γινόμαστε κληρονόμοι ζωής αιωνίου.
Αγαπητά μου παιδιά, εύχομαι να καλλιεργήσουμε τη μνήμη του θανάτου, όχι με απελπισία και τρόμο, αλλά με τον τρόπο της Κυρίας Θεοτόκου, τον τρόπο της εμπιστοσύνης και της χαράς. Και τότε, βέβαιο είναι, πως θα ζήσουμε μια ζωή με Χάρη, Αλήθεια και Νόημα, μια ζωή που θα έχει νικήσει τον θάνατο.
Χρόνια πολλά και ευλογημένα!
Με όλη μου την αγάπη
Ο Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ Σ Α Σ
† ο Πειραιώς ΣΕΡΑΦΕΙΜ