Τρίτη 30 Απριλίου 2024

«Τα τάλαντα…»


Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Πρόσεξε δε ότι παντού δεν απαιτεί αμέσως αυτά που ενεπιστεύθη. Διότι εις την παραβολήν του αμπελώνος (Ματθ. 21, 33), αφού τον παρέδωκεν εις τους γεωργούς, απεδήμησε. Και εδώ ενεπιστεύθη τα τάλαντα και απεδήμησε. Διά να μάθης μ᾽ αυτό την μακροθυμίαν Του. Εγώ δε νομίζω ότι λέγοντας αυτά υπαινίσσεται και την Ανάστασιν. Μόνον που εδώ δεν αναφέρονται πλέον γεωργοί και αμπελών, αλλά όλοι είναι εργάται. Διότι δεν αναφέρεται μόνον στους άρχοντας, ούτε στους Ιουδαίους, αλλά σε όλους. Και εκείνοι μεν που προσφέρουν ομολογούν με ευγνωμοσύνη και τα ιδικά τους, αλλά και όσα τους έδωκεν ο δεσπότης. Έτσι ο μεν ένας λέγει: «Κύριε, πέντε τάλαντα μου έδωσες», ο δε άλλος λέγει «δύο», δεικνύοντες ότι από Εκείνον έλαβαν το κεφάλαιον της εργασίας των, και Του αναγνωρίζουν μεγάλην χάριν, και αποδίδουν το παν εις Αυτόν.



Τι λέγει λοιπόν ο δεσπότης; «Εύγε, δούλε καλέ» (διότι αυτό είναι ίδιον του αγαθού, το να βλέπη εις τον πλησίον) «και πιστέ· εις ολίγα εφάνηκες πιστός, εις πολλά θα σε εγκαταστήσω. Είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου», δηλώνων με την απάντησιν αυτήν όλην την μακαριότητα. Δεν μιλάει όμως και ο άλλος έτσι, αλλά πως; «Εγνώριζα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος και ότι θερίζεις εκεί όπου δεν έσπειρες και μαζεύεις εκεί όπου δεν εσκόρπισες. Και επειδή εφοβήθηκα, έκρυψα το τάλάντόν σου. Ορίστε, πάρε πίσω αυτό που είναι ιδικόν σου». Τι του απαντά λοιπόν ο Δεσπότης; «Έπρεπε να βάλης τα χρήματά σου στους τραπεζίτας», δηλαδή, έπρεπε να ομιλήση, να παραινέση, να συμβουλεύση. Αλλά δεν πείθονται; Αυτό δεν αφορά εσένα. Τι θα μπορούσε να γίνη περισσότερο λογικό από αυτό;

 Οι άνθρωποι όμως δεν κάνουν έτσι, αλλά καθιστούν υπεύθυνον του απαιτουμένου εισοδήματος τον ίδιον τον δανειστήν των. Αυτός όμως δεν ενεργεί έτσι, αλλά λέγει ότι συ έπρεπε να πληρώσης και να μου επιστρέψης το απαιτούμενον κέρδος. «Και εγώ θα τα έπαιρνα πίσω με τόκον»· τόκον εννοώντας την επίδειξιν των έργων. Συ έπρεπε να κάμης το ευκολώτερον και να αφήσης το δυσκολώτερον εις εμέ. Επειδή λοιπόν δεν έκαμεν αυτό, λέγει: «Πάρετε το τάλαντον από αυτόν και δώστέ το εις εκείνον που έχει τα δέκα τάλαντα, διότι εις εκείνον που έχει θα δοθούν και άλλα και θα περισσεύσουν. Όμως από εκείνον ο οποίος δεν έχει, θα του αφαιρεθή και αυτό που έχει».

Τι σημαίνει λοιπόν αυτό; Εκείνος που έχει το χάρισμα του λόγου και της διδασκαλίας διά να ωφελή και δεν χρησιμοποιεί το χάρισμά του, θα χάση και το χάρισμα. Ενώ εκείνος που καταβάλλει προσπάθειαν, θα δεχθή περισσοτέραν δωρεάν, όπως εκείνος χάνει και αυτό που είχε λάβει. Δεν περιορίζεται όμως μόνο μέχρις εδώ η ζημιά για όποιον δεν εργάζεται, αλλά τον αναμένει και βαριά τιμωρία και μαζί με την τιμωρία και η απόφασις η οποία είναι γεμάτη με βαριά κατηγορία. Διότι λέγει: «Τον άχρηστον δούλον ρίξτε τον έξω στο σκοτάδι, όπου θα υπάρχη το κλάμα και το τρίξιμο των οδόντων».

Είδες ότι όχι μόνο εκείνος που αρπάζει και είναι πλεονέκτης, ούτε εκείνος που κάμνει κακά, αλλά τιμωρείται με την εσχάτη τιμωρίαν και εκείνος που δεν κάμνει αγαθές πράξεις. Ας ακούσωμεν λοιπόν τα λόγια αυτά. Όσο είναι καιρός ας φροντίσουμε για τη σωτηρία μας. Ας πάρουμε λάδι στις λαμπάδες.

Ας καλλιεργήσουμε το τάλαντο. Διότι εάν αμελήσουμε και εάν διερχώμεθα το χρόνο μας εδώ χωρίς να εργαζώμεθα, δεν θα μας ελεήση κανείς εκεί, έστω και αν χύσουμε μύρια δάκρυα. Εκατηγόρησε τον εαυτόν του και εκείνος που είχε βρωμερά ενδύματα, αλλά δεν ωφέλησε τίποτε. Επέστρεψε και ο,τι του ενεπιστεύθη και εκείνος που είχε λάβει το ένα τάλαντο, και όμως καταδικάστηκε. Παρεκάλεσαν και οι παρθένοι και ήρθαν και χτύπησαν την πόρτα, αλλά μάταια. Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά, ας καταθέσουμε και χρήματα και προθυμία και προστασία και όλα διά την ωφέλειαν του πλησίον. Διότι τάλαντα εδώ είναι η δυνατότητα που διαθέτει καθένας, είτε για να προστατεύσει, είτε σε χρήματα, είτε δυνατότητα διδασκαλίας, είτε εις οποιοδήποτε παρόμοιο πράγμα.

Ας μη προφασίζεται κανείς ότι ένα μόνο τάλαντο έχω και δεν μπορώ να κάμω τίποτε. Διότι μπορείς και με ένα να προκόψης. Δεν είσαι πτωχότερος από εκείνη την χήρα (Μαρκ. 12, 42). Δεν είσαι περισσότερον ακαλλιέργητος από τον Πέτρον και τον Ιωάννην (Πραξ. 3, 6), οι οποίοι και άπειροι ήσαν και αγράμματοι, αλλ᾽ όμως επειδή έδειξαν προθυμία και έκαναν τα πάντα διά το κοινόν συμφέρον, κέρδησαν τους ουρανούς. Διότι τίποτε δεν αγαπά ο Θεός τόσο, όσο το να ζούμε και να κάνουμε ότι καλό μπορούμε για τους άλλους.

Γι᾽ αυτό μας έδωσε ο Θεός τη δυνατότητα του λόγου, και τα χέρια και τα πόδια και τη σωματική δύναμι και τον νούν και την φρόνησιν, διά να τα χρησιμοποιήσουμε όλα αυτά και διά την ιδικήν μας σωτηρίαν, αλλά και για την ωφέλεια του πλησίον. Διότι ο λόγος δεν είναι χρήσιμος μόνον διά να υμνούμε και ευχαριστούμε, αλλ᾽ είναι χρήσιμος και για να διδάσκουμε και να συμβουλεύουμε.

Και εάν μεν τον χρησιμοποιήσουμε για αυτό το σκοπό, μιμούμεθα τον Δεσπότη. Εάν όμως όχι, τότε μιμούμεθα τον διάβολον. Διότι και ο Πέτρος, όταν μεν ωμολόγησε τον Χριστό, εμακαρίσθη επειδή ωμολόγησε τα λόγια του Πατρός (Ματθ. 16, 16-18), ενώ όταν παρεκάλεσε τον Κύριον να αποφύγη την σταύρωσιν, επετιμήθη πολύ, διότι εφρόνει εκείνα που αρέσουν στο διάβολο (Ματθ. 16, 22-23). Και αν γι᾽ αυτό που είπε τότε από άγνοια ο Πέτρος τόση ήταν η κατηγορία, ποία συγγνώμη θα έχουμε εμείς, όταν αμαρτάνωμε πολύ και εκούσια;

Ας ομιλήσουμε λοιπόν έτσι, ώστε από την ομιλία μας να γίνωνται φανερά τα λόγια του Χριστού. Διότι δεν λέγω τα λόγια του Χριστού, εάν πω μόνο «σήκω και περπάτησε» (Πραξ. 3, 6), ούτε αν είπω «Ταβιθά σήκω» (Πραξ. 9, 40). Αλλά πολύ περισσότερο, όταν ενώ με βρίζουν ευλογώ. Ενώ με απειλούν προσεύχομαι υπέρ εκείνου που με απειλεί (Ματθ. 5, 44).

Άλλοτε μεν λοιπόν έλεγα ότι η γλώσσα μας είναι χέρι το οποίο ψαύει τα πόδια του Θεού. Τώρα όμως με πολλήν επίτασιν λέγω, ότι η γλώσσα μας είναι γλώσσα, που μιμείται την γλώσσα του Χριστού, όταν βέβαια επιδεικνύη την πρέπουσα προσοχή, όταν λέμε όσα Εκείνος θέλει. Ποία δε είναι αυτά που Εκείνος θέλει να λέμε; Είναι τα γεμάτα επιείκεια και πραότητα λόγια. Όπως λοιπόν μιλούσε και Εκείνος, λέγοντας σ᾽ αυτούς που Τον ύβριζαν: «Εγώ δεν έχω δαιμόνιον» (Ματθ. 11, 18), και αλλού: «Εάν μίλησα κακώς ομολόγησε το κακό που είπα» (Ιω. 18, 23). Εάν έτσι μιλάς και συ, αν μιλάς αποβλέποντας στην διόρθωσι του πλησίον, έχεις γλώσσα που μοιάζει με τη γλώσσα του Χριστού. Και αυτά τα λέγει ο Ίδιος ο Θεός, με το να λέει: «αυτός που βγάζει έντιμο από ανάξιο, είναι σαν στόμα μου» (Ιερ. 15, 19).

Όταν λοιπόν η γλώσσα σου είναι όπως η γλώσσα του Χριστού, και το στόμα σου γίνη στόμα του Πατρός, και είσαι ναός του Αγίου Πνεύματος, τότε με ποια τιμή θα μπορούσε να συγκριθή αυτή; Διότι ούτε εάν το στόμα σου ήταν φτιαγμένο από χρυσάφι, ούτε αν ήταν από πολυτίμους λίθους, θα έλαμπε τόσο, όπως λάμπει τώρα, που φωτίζεται από τον κόσμο της επιεικείας. Διότι τι είναι πιο ποθητό από ένα στόμα που δεν ξέρει να βρίζει, αλλά έχει μάθει να ευλογή και να καλομιλάει; Εάν δε δεν ανέχεσαι να ευλογής εκείνον που σε καταράται, τότε σιώπα, και αυτό κάμε το στην αρχή.

Έπειτα βαδίζοντας στην οδό και προσέχοντας, θα φτάσης και σ᾽ εκείνο και θα αποκτήσης στόμα τέτοιο σαν αυτό που αναφέραμε προηγουμένως. Και μη νομίσης πως είναι τολμηρό αυτό που είπα. Διότι ο Δεσπότης είναι φιλάνθρωπος και αυτό θα σου δοθή σαν δώρο της αγαθότητάς Του. Τολμηρό είναι να έχη στόμα που να μοιάζει στο διάβολο, να έχη γλώσσα όμοια με του πονηρού δαίμονα, ιδιαίτερα μάλιστα εκείνος ο οποίος συμμετέχει σε τόσο μεγάλα μυστήρια και κοινωνεί την Ίδια την Σάρκα του Δεσπότου.

Έχοντας λοιπόν στο νού σου αυτά, γίνε όπως ταιριάζει σε Εκείνον όσο μπορείς. Όταν λοιπόν γίνης όμοιος με Αυτόν, δεν θα μπορέση ο διάβολος πλέον να σε ιδή κατά πρόσωπον. Διότι διακρίνει στη μορφή σου τον χαρακτήρα τον βασιλικόν. Γνωρίζει τα όπλα του Χριστού, με τα οποία ηττήθηκε. Και ποία είναι αυτά; Η επιείκεια και η πραότης. Διότι, όταν κατά τους πειρασμούς τον εξέσχισεν στο όρος και τον εξέπληξε (Ματθ. 4, 1-11), δεν ήταν γνωστό, ότι ήταν ο Χριστός, αλλά τον έδιωξε με τα λόγια μόνον. Τον νίκησε με την επιείκεια, τον κατετρόπωσε με την πραότητα. Αυτό κάνε και συ. Όταν δης άνθρωπο ο οποίος έγινε διάβολος και σε πλησιάζει, έτσι νίκησέ τον και συ. Σου έδωσε ο Χριστός την δύναμη να Του μοιάσης όσο εξαρτάται από σένα. Μη φοβηθής ακούοντας τούτο. Φόβος είναι να μη γίνης όπως εκείνος.

Μίλησε λοιπόν όπως Εκείνος και Του έμοιασες σ᾽ αυτό, στα ανθρώπινα βέβαια μέτρα. Γι᾽ αυτό είναι ανώτερος εκείνος που μιλάει έτσι, παρά εκείνος που προφητεύει. Διότι η μεν προφητεία ολόκληρος είναι χάρισμα. Ενώ εδώ, το να μιλάς δηλαδή όπως ο Χριστός, χρειάζεται και κόπος δικός σου και ιδρώτας. Δίδαξε την ψυχήν σου να σου διαπλάσση το στόμα έτσι, που να μοιάζη με το στόμα του Χριστού. Γιατί μπορεί εάν θέλη και αυτό να κατορθώση. Γνωρίζει τον τρόπο, αν δεν είναι ράθυμη. Και πως διαπλάσσεται τέτοιο στόμα; Με ποια χρώματα; Με ποιο υλικό; Με κανένα υλικό βέβαια και χρώμα, παρά μόνο με αρετή και επιείκεια και ταπεινοφροσύνη.

 Ας δούμε πως διαπλάσσεται και το στόμα του διαβόλου, για να μη φτιάξουμε ποτέ κάτι τέτοιο. Πως πλάσσεται λοιπόν; Με κατάρες, με ύβρεις, με βασκανίες, με επιορκίες. Διότι όταν κάποιος χρησιμοποιή τα λόγια του διαβόλου παίρνει και την γλώσσαν του. Ποίαν λοιπόν συγχώρηση θα έχουμε, ή μάλλον ποία τιμωρία δεν θα υποστούμε, όταν επιτρέπουμε στη γλώσσα, με την οποία αξιωθήκαμε να γευθούμε της Σαρκός του Δεσπότου Χριστού, να χρησιμοποιή λόγια του διαβόλου;

Ας μη της επιτρέψουμε λοιπόν, αλλά ας καταβάλουμε κάθε προσπάθεια να την εκπαιδεύσουμε να μιμήται τον Δεσπότην της. Διότι αν την διδάξωμε αυτό, με πολλή παρρησία θα μας τοποθετήση στο Βήμα του Χριστού. Εάν κανείς δεν γνωρίζη να μιλάη έτσι, ούτε ο Κριτής θα τον ακούση. Γιατί όπως, όταν συμβή να είναι Ρωμαίος ο δικαστής, δεν θα καταλάβη τι λέει εκείνος που απολογείται και δεν γνωρίζει να μιλάει Ρωμαικά, έτσι και ο Χριστός. Αν δεν μιλάς με το δικό Του τρόπο, δεν θα σε ακούση, ούτε θα σε προσέξη. Ας μάθουμε λοιπόν να μιλάμε έτσι, όπως συνήθισε να ακούη ο Βασιλιάς ο δικός μας. Ας προσπαθήσουμε να μιμούμεθα την γλώσσαν Εκείνη.

Και αν βρεθής σε πένθος, πρόσεχε να μη σου διαστρεβλώση το στόμα η μεγάλη λύπη, αλλά να μιλήσης όπως ο Χριστός. Διότι επένθησε και Αυτός τον Λάζαρον (Ιω. 11, 33-35) και τον Ιούδα. Αν βρεθής σε φόβο, φρόντισε πάλιν να μιλήσης όπως Εκείνος. Διότι βρέθηκε και Αυτός σε φόβο για σένα “κατ᾽ οικονομίαν”. Ειπέ και συ: «Ας μη γίνη όμως το θέλημά μου αλλά το δικό σου» (Λουκά 22, 42). Και όταν κλαίς, δάκρυσε ήρεμα όπως Εκείνος. Και όταν βρεθής σε σκευωρίες και λύπη, και αυτά αντιμετώπισέ τα όπως ο Χριστός. Διότι και μηχανορραφίες αντιμετώπισε και λυπήθηκε, αλλά είπε: «Η ψυχή μου είναι λυπημένη μέχρι θανάτου» (Ματθ. 26, 38). Και σου χάρισε όλα τα υποδείγματα, διά να τηρής αυτά “ως μέτρον” και να μη καταστρατηγής τους κανόνες, που σου έχουν δοθή.

 Έτσι θα μπορέσης να έχης στόμα, όμοιο με το στόμα Εκείνου. Έτσι, ενώ θα βαδίζης επάνω στη γη, θα επιδεικνύης σε μας γλώσσα όμοια με την γλώσσαν Εκείνου που βρίσκεται στον ουρανό, διατηρώντας το μέτρο στη λύπη , στην οργή, στο πένθος, στην αγωνία. Πόσοι από σας είναι εκείνοι που επιθυμούν να ιδούν την μορφήν Του;  Να λοιπόν, ότι είναι δυνατόν όχι μόνον να Τον δούμε, αλλά και να γίνουμε όμοιοι με Αυτόν, αν προσπαθήσουμε.

Ας μην αναβάλλουμε λοιπόν. Διότι δεν αγαπά τόσον το στόμα των προφητών, όσον εκείνο των επιεικών και πράων ανθρώπων. «Πολλοί», λέγει, «θα μου πούν: Δεν προφητεύσαμε στο όνομά Σου; Και εγώ θα τους ειπώ: Δεν σας γνωρίζω» (Ματθ. 7, 22). Το δε στόμα του Μωυσέως, επειδή ήταν πολύ επιεικής και πράος (διότι «ο Μωυσής», λέγει, «ήταν άνθρωπος πράος περισσότερο από όλους τους ανθρώπους της γης» Αριθμ. 12, 3), τόσο πολύ το αγαπούσε, ώστε να πεί: «ωμιλούσε από πολύ κοντά, στόμα με στόμα, όπως μιλάει ένας φίλος με τον φίλο του» (Εξ. 33, 11 και Αριθμ. 12, 8). Δεν θα δίνεις εντολές στους δαίμονες τώρα, αλλά θα διατάσσης τότε εκεί το πυρ της γεέννης, εάν βέβαια έχης το στόμα σου όμοιο με το στόμα του Χριστού.

Θα διατάσσης την άβυσσο του πυρός και θα λέγης: «Σιώπα φιμώσου» (Μαρκ. 4, 39), και με πολλήν παρρησία θα ανέβης στους ουρανούς και θα απολαύσης τη βασιλεία, την οποία είθε να επιτύχουμε όλοι εμείς, με την Χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίον ανήκει, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα, η δόξα, η δύναμη, η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

πηγή