Κωστή Κούκη, φιλολόγου
Η Αυτοκρατορία
της Χριστιανικής Ανατολής ύστερα από χίλια εκατό χρόνια ζωής,
φορτωμένη με τις αρετές των αγίων, αλλά και με τα κρίματα των αμαρτωλών,
περνούσε τα τελευταία χρόνια της τυρρανισμένης και ταραγμένης ζωής της.
Προσπαθούσε να κρατήσει αναφτά τα
φώτα του πολιτισμού, της ανθρωπιάς, να αντισταθεί στη βαρβαρότητα.
Ουσιαστικά βέβαια καρτέραγε τον Τούρκο να την πάρει, όπως θα πει ο
ποιητής και αυτό το ήξεραν και εκείνος, μα και οι υπερασπιστές
της βασιλεύουσας Πόλης, της Κωνσταντινούπολης. Το γνώριζε πρώτος
ο πρώτος ανάμεσα τους ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, μα
πίστευε στη βοήθεια του Θεού, στην προστασία της Υπερμάχου Στρατηγού,
ήλπιζε στο θαύμα. Από τότε που γίνηκε αυτοκράτορας, κράτος του ήταν ουσιαστικά μονάχα η Κωνσταντινούπολη και κάποια νησιά, λαός του ο λαός της. Δεν στέφθηκε ποτέ αυτοκράτορας, η κορώνα που δεν φόρεσε ήταν ακάνθινο στεφάνι παρά στέμμα βασιλικό. Στρατιώτης
του Χριστού και της πίστεως Του αγωνιζόταν περισσότερο μαζί με τους
στρατιώτες για τη δόξα Του και την τιμή της αυτοκρατορίας Του παρά για
το μεγαλείο και τη ζωή της. Ανέλαβε το ύπατο αξίωμα στην Πόλη, «το
καύχημα των Ρωμαίων και Ελλήνων, την ελπίδα και παρηγοριά εκείνων που
ζούσαν υπό του ηλίου την ανατολήν» στα 1449. Πριν
καλά - καλά γνωρίσει τις υποχρεώσεις, που απαιτούσε το αξίωμα του, μέσα
σ' ένα κόσμο με χαμηλωμένο το ηθικό, με τσαλακωμένες ανεπανόρθωτα
τις ηθικές αξίες, βρέθηκε να πολιορκείται η σκιά του άλλοτε απέραντου
κράτους από τους Οθωμανούς. Οι δυνάμεις των εχθρών στη στεριά και τη
θάλασσα ήσαν αριθμητικά υπέρτερες, πολλαπλάσιες καλύτερα. Το σφρίγος και
το πολεμικό μένος των πολιορκητών μεγάλο, που τα υπέκκαιε η ελπίδα να
λαφυραγωγήσουν την Πόλη των Πόλεων. Άγρια και απολίτιστα φύλα της Ασίας,
με την τύφλωση του νεοφώτιστου στο Ισλάμ, με τη δίψα του εύκολου
κέρδους, με την προοπτική ενός υλιστικού Παραδείσου. Λίγοι οι
υπερασπιστές , σωματικά και ψυχικά εξουθενωμένοι, με ισχυρή την ελπίδα,
στο Θεό, που βέβαια δεν καταισχύνει, απατημένοι στην προσδοκία
βοήθειας από τη Δύση - μοναδικά υπεύθυνη για την τραγική θέση της πάλαι
κραταιάς Αυτοκρατορίας - βοήθεια που ποτέ δεν θα έλθει. Όποια στάθμιση
των δεδομένων οδηγούσε στην απελπισία· η πόλις όμως, που επέζησε για
αιώνες χάρη στο θαύμα, ήλπιζε και τώρα σ' αυτό· «συντήρησον πάσης εχθρών αλώσεως την σην Πόλιν , Θεοτόκε» συνέχισε να ψάλλει.
Οι τελευταίες στιγμές της Βασιλεύουσας
Ο εχθρός
με υψηλό το ηθικό γνώριζε την τραγικότητα της καταστάσεως. Την
κατανοούσαν και οι πολιορκημένοι. Πρώτος ανάμεσα τους πάλευε
καθημερινά να δίνει θάρρος σε όλους, τραγική φυσιογνωμία ο Κωνσταντίνος,
πάλευε να στηρίζει και τη δική του πίστη, όταν κλονιζόταν.
Καλύτερα απ' όλους την γνώριζε, φαίνεται ο σουλτάνος των Οθωμανών
Μωάμεθ για τούτο σε μιά τελευταία προσπάθεια δοκίμασε να γίνει κύριος
της Πόλης μετά από συμφωνία, ειρηνικά «Βούλει καταλείπειν την πόλιν
και απελθείν ένθα και βούλει μετά των σων αρχόντων και των υπαρχόντων
αυτοίς, καταλιπών τον δήμον αζήμιον είναι και παρ' ημών και παρά σου ή
αντιστήναι και συν τη ζωή και τα υπάρχοντα απολέσας σε τε και οι μετά
σου, ο δε δήμος αιχμαλωτισθείς παρά των Τούρκων διασπαρώσιν εν πάση τη
γη»; Ο Κωνσταντίνος και «οι μετ' αυτού» διά τα υπάρχοντα και όσα πια
δεν τους ανήκαν και για όσα ακόμα είχαν, δεν είχαν αντίρρηση. Ομως «το δε τη πόλιν σοι δούναι ουτ' εμόν έστι ουτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη· κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποοθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών». Δεν
μπόρεσα όσο κι αν έψαξα στην υπόλοιπη δοξασμένη Ιστορία αυτού του
τόπου, να βρω πουθενά να είπαν ή να έκαμαν πράξη αυτό το
«αυτοπροαιρέτως». Ασφαλώς κάθε μεγάλη ώρα έχει τη δική της ιδιομορφία,
τις δικές της αρετές. Μου φαίνεται όμως, πως ταιριάζει μόνο στους
μάρτυρες αυτό το τόσο σημαντικό επίρρημα.
Από την απάντηση αυτή των αγέρωχων ψυχών ξεκινά ο δρόμος που οδήγησε προς το μαρτύριο, που και ανηφορικός και δύσβατος ήταν. «Οι Ρωμαίοι προεώρων το μέλλον και συν καρδία συντετριμμένη προς τον Θεόν έλεγον, Κύριε φείσαι ημάς της δικαίας σου απειλής και λύτρωσαι ημάς εκ των χειρών του αντικειμένου». Το
μαρτύριο κράτησε καιρό, πριν έλθει η καλή μαρτυρία για όλους τους
υπερασπιστές το πρωινό της Τρίτης, είκοσι εννέα Μαΐου. Κάθε μέρα
τους έφερνε πλησιέστερα στο τέλος. Την προηγούμενη μέρα, γέροντες,
γυναίκες , παιδιά έτρεχαν στα τείχη και βοηθούσαν όπου και
όπως μπορούσανε επισκεύαζαν τα τείχη, έκαμναν κάτι περισσότερο από το
καθήκον τους, τις κρίσιμες εκείνες στιγμές, που η Πόλη, πρόμαχος της
πίστεως, βίωνε της τελευταίες της ώρες πριν τουρκέψει. Το απόγευμα με
διάταξη του Κωνσταντίνου έγινε λιτανεία για να παρακαλέσουν τον Θεό και
την Υπέρμαχο Στρατηγό, για να ενισχύσουν το φρόνημα όλων, όσοι αντιστέκονταν στο βάρβαρο πολιορκητή.
Χιλιάδες άνδρες, γυναίκες, παιδιά, γέροντες και νέοι ακολούθησαν τους
αρχιερείς και ιερείς και ψάλλοντας διάφορα τροπάρια ανακράζοντας το «
Κύριε Ελέησον».
Ο Παλαιολόγος μίλησε
στους υπερασπιστές της για τελευταία φορά, στους Βενετούς, τους
Γενουάτες, και τέλος στράφηκε προς όλους.
«Ούκ
έχω καιρόν ειπείν υμίν πλείονα... Αποθάνωμεν υπέρ Χριστού πίστεως και
της πατρίδος ημών. Έτοιμοι έστε το πρωί. Χάριτι και αρετή τη παρά του
Θεού ημών δωρηθείση και ενεργούσης της Αγίας Τριάδος, εν Η την ελπίδα
πάσαν ανεχόμεθα, ποιήσωμεν τους εναντίους μετά αισχύνης εκ των εντεύθεν
κακώς αναχωρίσωσι». Αργά το απόγευμα έγινε και και η τελευταία
λειτουργία.
«Ο βασιλεύς εν τω πανσέπτω ναώ της Θεού Σοφίας ελθών και
προσευξάμενος μετά κλαυθμού τα έσχατα και θεία Μυστήρια μετέλαβεν. Είτα
ελθών εις τα ανάκτορα ολίγον σταθείς και εκ πάντων συγχώρησιν αιτήσας εν
δε τη ώρα τις διηγήσεται τους τότε κλαυθμούς και θρήνους τους εν
Παλατίω; ει και από ξύλου άνθρωπος ή εκ πέτρας ην, ούκ ηδύνατο μη
θρηνήσαι...Και αναβάς εις ίππον εξήλθομεν των ανακτόρων περιερχόμενοι τα τείχη, ίνα τους φύλακας διεγείρωμεν προς το φυλάττειν αγρύπνως».
απόσπασμα από άρθρο του Κωστή Κούκη, "Τη αυτή ημέρα... Ένα συναξάρι που δεν γράφτηκε ακόμα", περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία, Μάϊος 1996.