Τρίτη 5 Μαρτίου 2024

Ο Άγιος που μαρτύρησε από καρναβαλιστές



… Οι ειδωλολάτραι τότε με μεγαλυτέραν λύσσαν έτυπτον διά λίθων και ροπάλων τον Άγιον, τον οποίον εχλεύαζον και έσυρον ανά τας οδούς της πόλεως…

Ο σημερινός άνθρωπος ζει απομακρυσμένος από την ευσέβεια. Κατάντησε όπως οι αρχαίοι ειδωλολάτρες. Χαρακτηριστική η διδαχή του πρώην Φλωρίνης: Έχουμε σπίτια ωραία, τηλεοράσεις, φαγητά, ψυχαγωγίες, πορνείες, μοιχείες, καρναβάλια…· Θεό δεν έχουμε. Γι' αυτό έρχονται τιμωρίες, σύμφωνα με τα ιερά βιβλία.Δεν προσεύχεσαι; άνθρωπος δεν είσαι. Δεν προσεύχεσαι; ούτε ζώο είσαι. Τα πουλιά υμνούν το Θεό. Κι ο σκύλος του πετάς ένα κόκκαλο και κουνάει την ουρά του σα' να σου λέη ευχαριστώ. Και ο άνθρωπος; Όλα του τα δίνει ο Θεός, κι αυτός τη μπουκιά έχει στο στόμα και το Χριστό βλαστημάει. (Μακαριστός επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης)



Διαβάσαμε στο users.uoa.gr:

Ο βίος του Αγίου Τιμοθέου του Αποστόλου εκ των εβδομήκοντα

Ο Άγιος Απόστολος Τιμόθεος κατήγετο εκ Λύστρων της Λυκαονίας. Ο πατήρ του, Έλλην ειδωλολάτρης, κατείχεν εξέχουσαν κοινωνικήν θέσιν. Η μήτηρ του Ευνίκη και η μάμμη του Λωΐς ήσαν Ιουδαίαι, ασπασθείσαι τον Χριστιανισμόν. Ο Τιμόθεος είχε την ευτυχίαν να γαλουχηθή παρ' αυτών εις τα Ευαγγελικά νάματα και να μορφωθή χριστιανοπρεπώς (Β´ Τιμ. Α´, 5· Γ´ 15). Νεώτατος την ηλικίαν ήτο ήδη γνωστός εις όλους τους χριστιανούς των Λύστρων και του Ικονίου διά την ευσέβειαν και τον ζήλον του. (Πραξ. ΙΣΤ´, 1-2).

Ότε ήλθεν ο Παύλος εις Λύστρα κατά την πρώτην αποστολικήν οδοιπορίαν του μετά του Βαρνάβα, εγνωρίσθη μετά του νεαρού Τιμοθέου, εφιλοξενήθη εις τον οίκόν του και προσείλκυσεν αυτόν εις τον Χριστιανισμόν. Επειδή ο Τιμόθεος ήτο Ελληνικής καταγωγής, υπεβλήθη υπό του Παύλου εις περιτομήν, ίνα μη δοθή λαβή εις τους εν τη πόλει Ιουδαίζοντας χριστιανούς να διαβάλουν την αποστολικότητά του και την γνησιότητα του Ευαγγελίου του. Ο Τιμόθεος δεν ήργησε να συνδεθεί μετά του Παύλου, τον οποίον ηκολούθησεν έπειτα εις τας αποστολικάς οδοιπορίας του «καθάπερ αστήρ ηλίω», γενόμενος «σύσκηνος αυτώ και το παν ομοδίαιτος». Συμμεριζόμενος τας κακουχίας και τας ταλαιπωρίας του αποστολικού έργου του Παύλου και συγκακοπαθών ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού, ανεδείχθη αντάξιος του πνευματικού του πατρός, ο οποίος μετά πολλής στοργής προνοεί περί της σοβαρώς κλονισθείσης υγείας του. Βραδύτερον εχειροτονήθη υπό του Παύλου διάκονος. Κατά την τρίτην οδοιπορίαν ο Τιμόθεος ήλθε μετά του Παύλου εις Έφεσον, οπόθεν απεστάλη μετά του Εράστου εις Μακεδονίαν. Εκεί συνηντήθη μετά του Παύλου, τον οποίον συνώδευσεν εις Κόρινθον, Τρωάδα και Ιεροσόλυμα, είτα δε εις Ρώμην, όπου έλαβον χώραν τα πρώτα δεσμά του Παύλου. Μετ' αυτού πιθανώτατα εφυλακίσθη και ο Τιμόθεος, απελευθερωθείς αργότερον (Εβρ. ΙΓ´, 23). Κατά την τετάρτην οδοιπορίαν εχειροτονήθη Επίσκοπος υπό του Παύλου εις νεαράν ηλικίαν, περί το 60 μ.Χ., χρηματίσας πρώτος Επίσκοπος Εφέσου. Ολίγoν προ του μαρτυρίου του Παύλου ήλθεν εκ νέου εις Ρώμην προς συνάντησίν του.

Μετά τον θάνατον του Παύλου και την άλωσιν της Ιερουσαλήμ (70 μ.Χ.) ήλθεν εκ Παλαιστίνης και εγκατεστάθη εις Έφεσον ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, όπου συνεδέθη μετά του Τιμοθέου, του οποίου υπήρξε φίλος, διδάσκαλος και συνεργός, παρέμεινε δε εκεί μέχρι του 96 μ.Χ., ότε εξωρίσθη εις Πάτμον κατά τον επί αυτοκράτορος Δομετιανού (81-96 μ.Χ.) εγερθέντα σφοδρόν κατά των χριστιανών διωγμόν.

Ο Τιμόθεος εν Εφέσω είχε να αντιπαλαίση κατά φανατικών ειδωλολατρών. Ήδη προ αυτού ο Παύλος εκινδύνευσε σοβαρώς, διωχθείς υπό του ειδωλοποιού Δημητρίου και «κατά άνθρωπον εθηριομάχησεν εν Εφέσω» (Α´ Κορινθ. ΙΕ´ 32). Εις Έφεσον ελατρεύετο η Άρτεμις και κατά τας προς τιμήν της πανδήμους εορτάς ελάμβανον χώραν ανήκουστα όργια, τα οποία δικαίως εξήγειρον την ψυχήν του Αποστόλου. Κατά την τοιαύτην πανήγυριν, ονομαζομένην Καταγώγιον, το έτος 97 μ.Χ., οι Εφέσιοι ειδωλολάτραι περιήρχοντο μετημφιησμένοι και με προσωπίδας την πόλιν, φέροντες μικρά είδωλα εις χείρας και προβαίνοντες εις πλείστα όργια, εγκλήματα και ασελγείας καθ' οδόν. Ο Τιμόθεος επιχειρήσας να εμποδίση αυτούς εν μέση οδώ και ελέγξη την πλάνην των, υπέστη σφοδρόν και ανηλεή λιθοβολισμόν εκ μέρους του μαινομένου πλήθους, συνεπεία του οποίου κατέπεσεν αιμόφυρτος επί του εδάφους. Οι ειδωλολάτραι τότε με μεγαλυτέραν λύσσαν έτυπτον διά λίθων και ροπάλων τον Άγιον, τον οποίον εχλεύαζον και έσυρον ανά τας οδούς της πόλεως. Ο Τιμόθεος μετά καρτερίας υφίστατο το μαρτύριον, ευχαριστών τον Κύριον, διότι τον ηξίωσε να προσφέρη την ζωήν του υπέρ Εκείνου και να γίνη πιστός «άχρι θανάτου».

Εν τέλει εγκαταλειφθείς ημιθανής, περσυνελέγη με πολλήν ευλάβειαν υπό χριστιανών και μετεκομίσθη κρύφα πέραν του λιμένος της πόλεως. Το ασθενικόν σώμα του μάρτυρος εξαντληθέν τελείως εκ των κακώσεων και των τραυμάτων υπέκυψε και η παρθενική ψυχή του αγίου τούτου ανδρός, ο οποίος είχε το αυτό μαρτυρικόν τέλος με τον πρωτομάρτυρα Στέφανον, έσπευσεν εις συνάντησιν του ουρανίου αυτής Νυμφίου, την 22αν Ιανουαρίου του 97μ.Χ., επί του αυτοκράτορος Δομετιανού, η κατ' άλλην εκδοχήν, επί Νέρβα, ανθυπατεύοντος της Ασίας του Περεγρίνου.


Το ιερόν σκήνος του Αγίου ενεταφιάσθη υπό των χριστιανών εις τόπον καλούμενον υπό των Εφεσίων πίονα, εκείθεν δε διεκομίσθη το ιερόν του λείψανον εις Κωνσταντινούπολιν, το 356 μ.Χ., επί αυχοκράτορος Κωνσταντίου, υιού του μεγάλου Κωνσταντίνου, εναποτεθέν υπό την αγίαν Τράπεζαν του Ναού των Αγ. Αποστόλων, ομού μετά των λειψάνων των Αποστόλων Ανδρέου και Λουκά, «ίνα ώσπερ αυτοίς κοινά γέγονε πάντα, ο τρόπος, η μαθητεία, το κήρυγμα, κοινός γένηται και ο τάφος, επεί κοινή τούτων και η εκείθεν κατάπαυσις», κατά την έκφρασιν του Συμεώνος του Μεταφραστού.

Όταν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος επανήλθεν εκ της εξορίας, επί αυτοκράτορος Τραιανού, με πολλήν οδύνην επληροφορήθη τον μαρτυρικόν θάνατον του ηγαπημένου μαθητού του Τιμοθέου και, ίνα μη παραμείνη η Εκκλησία άνευ Ποιμένος, διεδέχθη τούτον εις τον επισκοπικόν θρόνον Εφέσου, παραμείνας ως επίσκοπος αυτής από του έτους 97 μέχρι του τέλους του (101 μ.Χ.). Κατά μίαν παράδοσιν, ο Απόστολος Τιμόθεος παρέστη εν Γεθσημανή κατά την κηδείαν της Θεομήτορος ομού μετά των λοιπών Αποστόλων.

Προς τον Τιμόθεον ο Παύλος έγραψε δύο επιστολάς, την πρώτην εκ Λαοδικείας και την δευτέραν εκ Ρώμης, παρέχων σημαντικάς υποθήκας διά το έργον του ποιμένος, εξ ου και Ποιμαντορικαί ωνομάσθησαν. Το όνομα του Τιμοθέου ως αποστολέως και συγγραφέως αναφέρεται μετά του ονόματος του Παύλου εις την αρχήν εξ επιστολών αυτού (Β´ Κορινθίους, Φιλιππησίους, Κολασσαείς, Α´ Θεσσαλονικείς και προς Φιλήμονα).

Εκ της εκδόσεως Ακολουθία και Βίος του Αγίου Αποστόλου Τιμοθέου εκ των Ο´, υπό Αρχιμ. Τιμοθέου Ματθαιάκη, Αθήναι 1951.

πηγή